‘Sti kkardìa panta sena vastò
Lucky me!
Στην τελευταία μου άνοδο στην Αθήνα, περιμένοντας ένα φανάρι να γίνει πράσινο για να διασχίσω την Σταδίου, είδα ένα όμορφο κορίτσι, ανυπόμονο κι ορμητικό (η νιότη, βλέπετε), να χυμά σαν ελάφι και με τέσσερις δρασκελιές να περνά απέναντι, πιο γρήγορη από τ’ αυτοκίνητα στη λεωφόρο. Μου θύμισε εμένα στα νιάτα μου, που θεωρούσα τον χρόνο αναμονής στα κόκκινα φανάρια χαμένο. Σήμερα, απλά ευχαριστώ τον άγγελό μου που δεν βρέθηκα κάτω από τις ρόδες κάποιου αμαξιού.
Κοίταζα, λοιπόν, με θαυμασμό τα νιάτα να διασχίζουν κάθετα την Σταδίου και σκέφτηκα πως πάνω από την μισή μου ζωή έχει, ήδη, περάσει. Αναλογίστηκα αν θα ήθελα να ήμουν σήμερα 18 χρονών, να ξεκινούσα σήμερα το ταξίδι της ζωής. Προς στιγμήν μπήκα στον πειρασμό να πω «ναι, θέλω!», αμέσως όμως με κατέκλυσαν οι αναμνήσεις όσων μαγικών πραγμάτων είχα ζήσει, θαύματα που πέρασαν ανεπιστρεπτί και που είχα την εξαίσια τύχη να είμαι παρούσα όταν συνέβαιναν.
Η τύχη παίζει τεράστιο ρόλο στη ζωή των ανθρώπων. Είναι θέμα τύχης που γεννήθηκα σ’ ένα σπίτι με βιβλιοθήκες μέχρι το ταβάνι, που έβλεπα κινηματογράφο και θέατρο από τα τρία μου χρόνια, που η μαμά μου νοιαζόταν περισσότερο να δει τις παραστάσεις της χρονιάς από το να ανανεώσει την γκαρνταρόμπα της. Μαζί με όλα τ’ άλλα της χρωστάω κι αυτό: που από τότε που απαλλάχτηκα από τις πάνες και μπορούσα να καθήσω ήσυχη σε μια καρέκλα για δυο ώρες, με έπαιρνε μαζί της στο θέατρο.
Οφείλεται στην καλή μου τύχη, λοιπόν, που μέχρι να φτάσω στην εφηβεία είχα προλάβει να δω όλα τα ιερά τέρατα να κάνουν τα μάγια τους επί σκηνής: Κυβέλη, Λαμπέτη, Χορν, Παξινού, Μινωτή, Κατράκη, Μελίνα, Κωτσόπουλο, Συνοδινού, Βαλάκου, Αρώνη, Χατζηαργύρη, Ζαβιτσιάνου και τόσους, τόσους άλλους.
Σήμερα, επέτειο του θανάτου της Κατίνας Παξινού θυμάμαι, έτσι σαν μνημόσυνο, τις δυο τελευταίες παραστάσεις στις οποίες την είδα. Η Χούντα την είχε διώξει, μαζί και τον Μινωτή, από το Εθνικό. Ευτυχώς, γιατί έκαναν δικό τους θίασο κι ανέβαζαν τα έργα που ήθελαν. Είχα την ευλογία να δω την Κατίνα Παξινού σε δυο κορυφαίους ρόλους της καριέρας της, εκείνη ακριβώς τη ζοφερή περίοδο. Και, τι σύμπτωση, δυο μανάδες έπαιζε και στις δύο παραστάσεις. Στη μία ήταν η Μάνα, στον Ματωμένο Γάμο του Λόρκα. Στην άλλη ήταν η Μάνα Κουράγιο, στο ομώνυμο έργο του Μπρεχτ.
Η Κατίνα Παξινού στην τελευταία σκηνή του «Ματωμένου Γάμου».
Μ’ένα μαχαίρι,
μ’ένα μικρό-μικρό μαχαίρι,
μια μέρα αφορεσμένη και πικρή
καν δυο καν τρεις θα ‘ταν η ώρα,
δυο άντρες σκοτωθήκανε γι’ αγάπη.
Μ’ένα μικρό-μικρό μαχαίρι
π’ ούτε το χέρι δεν το πιάνει,
μα κείνο μπαίνει παγωμένο στην ξαφνιασμένη μας καρδιά
και σταματάει εκεί που τρέμει
θολή και αξήγητη για πάντα
η σκοτεινή μας ρίζα της κραυγής.
Κι είναι σας λέω ένα μαχαίρι,
ένα μικρό-μικρό μαχαίρι,
ψάρι χωρίς ποτάμι, χωρίς λέπια,
π’ ούτε το χέρι δε το πιάνει.
Κι όμως μια μέρα αφορεσμένη,
καν δυο καν τρεις θα ‘ταν η ώρα,
με τούτο το μικρό μαχαίρι
δυο παλικάρια μείναν ξερά
με πανιασμένα τα χείλια τους.
Ούτε το χέρι δεν το πιάνει
μα κείνο μπαίνει παγωμένο στην ξαφνιασμένη μας καρδιά
και σταματάει εκεί που τρέμει
θολή κι αξήγητη για πάντα
η σκοτεινή ρίζα της κραυγής.
F. G. Lorca, Ματωμένος Γάμος, μετάφραση: Νίκος Γκάτσος
Η Κατίνα Παξινού στο «Τραγούδι της Μάνας Κουράγιο».
Στα δώδεκά μου είχα δει την Παξινού να παίζει Λόρκα και Μπρεχτ. Οι σημερινοί δωδεκάχρονοι (η συντριπτική τους πλειοψηφία, τουλάχιστον) είναι ζήτημα αν έχουν πάει θέατρο. Δεν ξέρω αν στα (σχεδόν) 52 μου είμαι καλύτερος άνθρωπος απ’ ότι θα είναι εκείνοι όταν φτάσουν στην ηλικία μου. Αμφιβάλλω. Για εκείνο το οποίο είμαι όμως σίγουρη, είναι το γεγονός ότι είμαι πιο τυχερή. Και πολύ-πολύ-πολύ πλουσιότερη.
Όχι, λοιπόν, κατηγορηματικά όχι: δεν θάθελα να ξεκινούσα σήμερα το ταξίδι της ζωής
Σαν τον Ορφέα
Είναι φορές, μικρό μου, που μου θυμίζω τον Ορφέα. Όχι, όχι για τις μουσικές του επιδόσεις -τόσα χρόνια πιάνου πήγαν στα χαμένα, τίποτα δεν θυμάμαι πια- μα για την αγάπη του για την Ευρυδίκη. Ξέρεις την ιστορία: κατέβηκε ατρόμητος στον Άδη για να την διεκδικήσει ξανά, ο ένας από τους δυο ζωντανούς που κατάφεραν να φτάσουν στο σκοτεινό βασίλειο των ψυχών. Ο άλλος ήταν ο Οδυσσέας κι έφτασε μέχρι εκεί από νόστο. Ο Ορφέας κατέβηκε στο βασίλειο του Άδη για να βρει την αγάπη του. Και τη βρήκε, μόνο και μόνο για να την ξαναχάσει, κι αυτή τη φορά από λάθος δικό του.
Νομίζω, μωρό μου, πως ο Πλούτωνας κι η Περσεφόνη του έπαιξαν άσχημο παιχνίδι, τον εξαπάτησαν. Ξέρεις πως είναι με τους θεούς, γνωρίζουν καλά όλα τα ανθρώπινα, στοιχηματίζουν για την δυσπιστία μας, την ανυπομονησία μας, τον φόβο μας για την απώλεια, την έλλειψη εμπιστοσύνης στον εαυτό μας. Στοιχηματίζουν για όλα αυτά και –συνήθως- κερδίζουν. Μα δεν είναι δίκαιο αυτό, κι ο αγώνας είναι, εξ ορισμού σικέ.
Πες, καλό μου, τι πιθανότητες υπήρχαν να φέρει ξανά ο Ορφέας την Ευρυδίκη του στον επάνω κόσμο; Καμία απολύτως. Από την στιγμή που μπήκε εκείνος ο όρος, το παιχνίδι ήταν χαμένο, με σημαδεμένη τράπουλα έπαιζε ο δόλιος, μόνο που δεν τόξερε. Το διαπίστωσε, όμως, πολύ γρήγορα και με τρόπο οδυνηρό. Εκεί, λίγο πριν αντικρύσουν το φως, είδε να του την αρπάζει ξανά το σκοτάδι. Τι κι αν φώναξε, τι κι αν έκλαψε, τι κι αν χτυπήθηκε; Αυτή τη φορά το φευγιό της ήταν χωρίς γυρισμό.
Έτσι, γλυκό μου, ανέβηκε ο Ορφέας στον επάνω κόσμο, πιο πεθαμένος κι απ’ τους πεθαμένους που είχε μόλις συναντήσει. Και θυμωμένος για την κοροϊδία αρνήθηκε όλους τους θεούς και βρήκε παρηγοριά στη μουσική του. Μα η μοίρα του είχε σφραγιστεί από την ώρα που γεννήθηκε -όπως όλων μας- και Θρακικές Μαινάδες τον ξέσκισαν στο Παγγαίο, τον έκοψαν κομμάτια και τα σκόρπισαν στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα. Μα η ψυχή του, όπως όλες των θνητών οι ψυχές, πέρασε τον Αχέροντα, ο Χάρων πήρε τον οβολό της κι ο Ορφέας έσμιξε με την Ευρυδίκη, αυτή τη φορά για πάντα.
Είναι φορές, χαρά μου, που κι εγώ φοβούμενη μη σε χάσω για πάντα, γυρίζω πίσω και ρίχνω κλεφτές ματιές πάνω απ’ τον ώμο μου,να δω αν ακολουθείς. Και ξέρω πως θυμώνω τους θεούς για την ανυπακοή μου, αλλά μάλλον όχι πολύ, γιατί εσύ εκεί είσαι πάντα, φρουρός ακοίμητος να φυλάς τα νώτα μου. Δεν ξέρω, ίσως πλέον οι θεοί να κατανόησαν τ’ ανθρώπινα και να συγχωρούν την ασέβεια και την ανυπακοή όταν είναι η αγάπη που τις προκαλεί.
Υπομονή, ψυχή μου, κάνε λιγάκι υπομονή μαζί μου και θα φτάσουμε στο φως. Δεν είναι μακρύς ο δρόμος ακόμα, κοντεύουμε, και τότε θα σταθούμε ο ένας δίπλα στον άλλον.
Και θα περπατήσουμε αντάμα τον δρόμο που μας απομένει.
Το σκίτσο είναι από ΕΔΩ.
Καρυδόψιχα
Ο ψηλός, λεπτός, ακόμα αρκετά νέος άνδρας μπήκε στο εμπορικάκι της γειτονιάς, κρατώντας την μικρή του κόρη απ’ το χέρι.
«Να πάρουμε καλαθάκι, μπαμπά; Να το κρατάω εγώ;» είπε η μικρή.
«Σήμερα δεν θα το χρειαστούμε, αγάπη μου. Μόνο γάλα θέλει η μαμά», απάντησε εκείνος, χρωματίζοντας την φωνή του με μιαν επίφαση χαράς.
Πήρε δυο μπουκάλια γάλα και κατευθύνθηκε στο ταμείο. Έβγαλε λίγα κέρματα απ’ την τσέπη του παντελονιού του, τα μέτρησε, ζήτησε κι ένα πακέτο τσιγάρα. Η κόρη του πλησίασε κι άφησε ένα σακουλάκι με καρυδόψιχα δίπλα στο γάλα και στα τσιγάρα.
«Καρυδάκι, μπαμπά. Θα μου το πάρεις, που μ’ αρέσει;»
Ο άντρας ξανακοίταξε τα λεφτά στη χούφτα του κι είπε στον ταμία πως δεν θα πάρει τα τσιγάρα, τελικά. «Έτσι κι αλλιώς, αργά ή γρήγορα, θα το κόψουμε» είπε βραχνά. «Κράτα το γάλα και την καρυδόψιχα» συμπλήρωσε, κι έδωσε στην μικρή του το σακουλάκι.
«Όσο περνάει απ’ το χέρι μας δεν θα κόψουμε τίποτα, αδερφέ», είπε ο ταμίας κι έριξε τα τσιγάρα μέσα στην σακούλα που είχε ήδη βάλει το γάλα.
Δυο άντρες κοιτάχτηκαν, βουρκωμένοι, κατάματα την ώρα που μια πιτσιρίκα έριχνε λίγη καρυδόψιχα στην χουφτίτσα της κι από εκεί στο στόμα της, χαμογελώντας ευτυχισμένη.
Ντόροθυ
Κι εκεί που κάθεσαι, ήσυχα κι ωραία, έρχεται ένας ανεμοστρόβιλος και φέρνει τα πάνω κάτω. Στριφογυρίζει το σπίτι σου, μ’ εσένα μέσα, και ζαλίζεσαι, όπως όταν ήσουν μικρή στον μύλο στην παιδική χαρά, όταν κανένα μεγαλύτερο αγόρι σας στριφογύριζε σαν τρελό, γελώντας με τις τσιρίδες σας.
Πριν προλάβεις να καταλάβεις τι συμβαίνει, πετάς στους ουρανούς, πάντα μέσα στο σπίτι, και βλέπεις το δικό σου Κάνσας να χάνεται από τα μάτια σου. Είσαι τρομοκρατημένη για όσα επακολουθήσουν, το άγνωστο σε φοβίζει μα και σε συναρπάζει συνάμα. Προτεραιότητά σου είναι η ομαλή προσγείωση. Ο δρόμος και το ταξίδι θα έρθουν μετά. Αν είσαι τυχερή θα διακρίνεις το μονοπάτι από κίτρινα τούβλα, μην περιμένεις πολλά όμως, Συνήθως είναι καλά κρυμμένο στην άγρια βλάστηση, ο δικός σου δρόμος θα είναι δύσβατος μα η ομορφιά της διαδρομής θα σε αποζημιώσει. Απόλαυσέ την.
Και, κάποτε, θα φτάσεις στη Χώρα του Οζ, εκεί που το ταξίδι τελειώνει – ή μόλις αρχίζει; Και πανηγύρι μεγάλο θα γίνει κι όλοι θα χορεύουν αγκαλιασμένοι τραγουδώντας: «Ντινγκ – Ντονγκ! Η Μάγισσα πέθανε!»
***
Εγώ, πάλι, ξέρω πως ο Μάγος του Οζ δεν υπάρχει και πως η Μάγισσα ζει και βασιλεύει.
***
Τελικά, Ντόροθυ, το μόνο κοινό μας σημείο είναι τα κόκκινα παπούτσια.
Pour toi, mon amour
Που λες, στα δώδεκά μου, η δασκάλα των γαλλικών, μου έφερε στο μάθημα ένα ποίημα του Jacques Prévert. Ήταν το Page d’ écriture κι αποτέλεσε το έναυσμα να ζητήσω να διαβάσω περισσότερο Prévert. Έτσι, ένα βράδυ της επόμενης εβδομάδας, η μαμά μου μου έδωσε το Paroles του ποιητή, έκδοση Folio του 1972, αγορασμένο από του Κάουφμαν, στην Σταδίου.
Μπήκα λοιπόν, εκεί κάπου στο τέλος της παιδικής και στην αρχή της εφηβικής ηλικίας, στον κόσμο του Jacques Prévert, σ’ αυτόν τον μαγικό κόσμο, τον γεμάτο σχολικές αίθουσες, μαθητές σε αμφισβήτηση, δασκάλους με ανασφάλειες, γυναίκες αυτάρκεις και γυναίκες εξαρτημένες, πουλιά που μιλάνε και πουλιά που φοριούνται στο κεφάλι σαν πηλίκιο, κήπους κι εποχές, λιακάδες που σου κλείνουν το μάτι (πόσο με είχε απογοητεύσει ο Νιόνιος, όταν ανακάλυψα ότι το «Ήλιε-ήλιε αρχηγέ» του ήταν ένα ποίημα του Prévert κι ότι πουθενά στο LP του ΦΟΡΤΗΓΟΥ δεν αποδίδονταν τα credits). Αυτόν τον εκπληκτικό κόσμο του Jacques Prévert, τον γεμάτο θαύματα, όπου όλοι είχαν θέση: η Barbara (αλήθεια, τι μαλακία ο πόλεμος!) κι ο τύπος με το οργανάκι και το μαχαίρι, κι ο Picasso με το μαγικό φανάρι του.
Κι όσο μεγάλωνα μου άρεσαν διαφορετικά ποιήματα, όσο μεγάλωνα τα καταλάβαινα αλλιώς, αναγνώριζα ιδέες και βιώματα, γίνονταν δικά μου.
Τις προάλλες, που λες, κουβέντιασα για τον Prévert μ’ ένα φιλαράκι μου απ’ τα παλιά. Του είπα για ένα ποίημα που μόνο τώρα, μόνο τώρα μετά από τόσα χρόνια, έγινε αποδεκτό από το σύστημά μου, πέρασε μέσα μου κι αφομοιώθηκε. Το λένε Pour toi mon amour, Για σένα αγάπη μου, θα πει, και στο μεταφράζω γιατί τα γαλλικά σου χάλια είναι! Λέει, λοιπόν, το ποίημα:
Πήγα στο παζάρι με τα πουλιά
Κι αγόρασα πουλιά
Για σένα, αγάπη μου.
Πήγα στα λουλουδάδικα
Κι αγόρασα λουλούδια
Για σένα, αγάπη μου.
Πήγα κι εκεί που πουλάνε παλιοσίδερα
Κι αγόρασα αλυσίδες
Βαρειές αλυσίδες
Για σένα, αγάπη μου.
Και μετά πήγα στο σκλαβοπάζαρο
Και σ’ έψαξα.
Μα δεν σε βρήκα, αγάπη μου.
***
Αυτά λέει ο Jacques Prévert κι εγώ καλά τα κατάλαβα και το φιλαράκι μου απ’ τα παλιά λέει πως όταν αγαπάς τόσο, όσο εγώ, δεν μπορείς ν’ αλυσοδένεις την αγάπη, μόνο λεύτερη να την αφήνεις πρέπει, να πετάει και να σε σηκώνει κι εσένα στα φτερά της. Κι αναρωτιέται, το φιλαράκι μου απ’ τα παλιά, τι έπαθα και θέλω ν’ αλυσοδέσω εσένα, εγώ που πάντα άφηνα ελεύθερους τους έρωτές μου; Και το σκέφτηκα, και βρήκα το γιατί. Είναι που οι άλλοι ήθελαν να είναι δεμένοι επάνω μου, είναι που οι άλλοι ήθελαν να κρατώ το κλειδί απ΄τα λουκέτα της αλυσίδας τους κρεμασμένο στο λαιμό μου, σαν φυλαχτό.
***
Απόψε μην μου τηλεφωνήσεις. Έλα σπίτι και μπες με τα κλειδιά σου. Βάλε τις παντόφλες σου (είναι πάντα στο ίδιο μέρος) και κατέβα τη σκάλα. Θα σε περιμένω στο δωμάτιο μ’ εκείνο το τεράστιο, αστείο κρεβάτι. Και θάχει πουλιά και λουλούδια. Κι εσένα. Χωρίς αλυσίδες.
Η εικόνα είναι έργο εμπνευσμένο από το συγκεκριμένο ποίημα του Prévert.
Ερώτησις
Αντιγράφω από το βιβλίο του Ηλία Πετρόπουλου “Το Εγχειρίδιο του Καλού Κλέφτη” (Εκδόσεις Νεφέλη, 1979), τον κατάλογο τιμωριών που επιφυλάσσουν οι κατάδικοι των φυλακών στους προδότες.
1. Απομόνωσις (κανείς δεν μιλάει στον χαφιέ)
2. Σφόλια (όταν περνάει ένας χαφιές οι άλλοι λένε: “αυτή η φυλακή γέμισε πούστηδοι!”)
3. Γκρεμοτσάκισμα απ’ τη σκάλα.
4. Κλοπές (κλέβουν συνεχώς όλα τα προσωπικά πράματα του χαφιέ)
5. Μαχαίρωμα (τραβάνε δυο-τρεις σουγιαδιές στον κώλο του χαφιέ)
6. Εκδίωξις (λένε στον χαφιέ να φύγει απ’ τον θάλαμο και να πάει στον διάολο)
7. Ξύλο
8. Μανάρισμα (ενώ κοιμάται ο χαφιές χύνουν πάνω του μια μποτίλια μανό μαζί με ροκανίδια και ψίχουλα)
9. Κουβέρτωμα (σβήνουν τα φώτα, ρίχνουν μια κουβέρτα στο κεφάλι του χαφιέ και μετά τον σαπίζουν στο ξύλο)
10. Γαμήσι (ομαδικός βιασμός του χαφιέ)
11.Στήσιμο (απ’ τον τρίτο όροφο ρίχνουν πάνω στον ανύποπτον χαφιέ, που περπατά στο ισόγειο, ένα κομοδίνο ή κρεβάτι)
***
Και ερωτώ: αν εξαιρέσουμε τις ποινές 1, 2, 4 και 8, τις οποίες θεωρώ ήσσονος σημασίας, καθώς και την 10, γιατί δεν γουστάρω κανέναν τους, αφενός, και σιχαίνομαι αφετέρου, ποια νομίζετε ότι θα ήταν η ενδεδειγμένη για τα λαμόγια που εξακολουθούν να μας κυβερνάνε και ν’ αποφασίζουν για εμάς και τα παιδιά μας;
Παρακαλώ να είστε κόσμιοι στις απαντήσεις σας.
Ελπίδες
«Τι προσδοκάς;» ρώτησε σήμερα ο άνδρας απ’ το Ναύπλιο.
«Να τον δω όπως πραγματικά είναι, χωρίς τα στολίδια του έρωτα, χωρίς την αίγλη της αγάπης, χωρίς τον μανδύα του πόθου. Να δω τον άντρα στις πραγματικές του διαστάσεις, στην αληθινή του αξία, στην ουσία της ύπαρξής του».
«Ο βασιλιάς είναι γυμνός!», φώναξε με μια θεατρική χειρονομία ο άνδρας απ’ το Ναύπλιο.
«Κάτι τέτοιο, ναι».
«Και δεν φοβάσαι;»
«Τι πράγμα;»
«Μήπως τον απομυθοποιήσεις, μήπως αντιληφθείς πως δεν είναι και τόσο σπουδαίος, μήπως καταλάβεις πως η στάση ζωής που έχει επιλέξει δεν είναι λόγω φιλοσοφίας αλλά λόγω αλλεπάλληλων αποτυχιών. Δεν φοβάσαι μήπως πάψεις να τον θαυμάζεις;»
«Όχι. Αν πάψω να τον θαυμάζω και να τον αγαπώ, θα πει πως δεν ήμουν για εκείνον, ούτε εκείνος για εμένα. Εγώ θα φύγω λυτρωμένη κι εκείνος θ’ ανασάνει από την πιεστική μου παρουσία. Όλα καλά για όλους».
«Κι αν μείνεις;»
«Αν μείνω, κι εκείνος κι εγώ θα είμαστε σίγουροι πως πρόκειται για κάτι απόλυτα αληθινό, σπάνιο και μοναδικό. Αλλά θα πρέπει να με ακούσει να του αποκαλύπτω τη γύμνια του βασιλιά. Πιθανότατα δεν θα του αρέσει, αλλά ξέρω πως θα το κάνει. Είναι δίκαιος.»
Το σκίτσο είναι από ΕΔΩ.
Τα μπούτια σου, Μαρία
Κραυγή. Δεν κυριολεκτεί. Δεν έχει σταθερή σημασία. Ανάλογα με την κατάσταση και τα συμφραζόμενα μπορεί να δηλώνει επιθετικότητα ή αγανάκτηση ή στέρηση ή κορεσμό ψυχής ή νοσταλγία. Ή, ό,τι άλλο θέλεις να βγάλεις από μέσα σου – ειδικά αν είσαι φαντάρος ή μετανάστης ή, γενικώς, κοντεύεις να πλαντάξεις.
Η αρχική χρήση της φράσης ήταν στο στρατό. Με την μορφή Αχ Μαρία, τα μπούτια σου την ξεκινούσε ο βαθμοφόρος, δίκην παραγγέλματος, και ακολουθούσαν οι φαντάροι για να κρατούν ρυθμό στο βήμα: ταν — τατάτα — τατά — τα — ταν …
Την φράση, με αυτή τη μορφή, κατέγραψε ο Νικόλας Άσιμος στο τραγούδι «Καλέ Στρατιώτη», στο στέκι που είχε μετά τη Μεταπολίτευση του ’74 στον Λευκό Πύργο στη Σαλονίκη.
Πιο γνωστή είναι η φράση στην μορφή τα μπούτια σου Μαρία, όπως την είπε ο Τζίμης Πανούσης στο τραγούδι «Κάγκελα Παντού» στα μέσα της δεκαετίας του ’80 .
Γιατί Μαρία; Και γιατί τα μπούτια της;
Μαρία, εικάζω, γιατί είναι μάλλον το πιο συνηθισμένο γυναικείο όνομα στην Ελλάδα. Θα μπορούσε να είναι εξ ίσου εύκολα – και είναι – το κορίτσι της διπλανής πόρτας με το οποίο ο Έλληνας αρσενικός ονειρεύεται ν’ ανοίξει σπίτι αλλά και η καραπουτανάρα που γουστάρει να την ξεσκίσει μέχρι εκεί που δεν παίρνει. Ιδανικά, βέβαια, η γυναίκα που κάνει και τα δύο – κάτι που ούτε η Αφροξυλάνθη (με την παραδοσιακή έννοια), ούτε η Λίλιαν μπορούν να συνδυάσουν. Το δε οικείο του ονόματος Μαρία κάνει και το όλο πράγμα πιο προσιτό.
Σε ό,τι αφορά τα μπούτια, σημειώνω απλώς ότι στα Ελληνικά η λέξη αυτή έχει πολύ εντονότερη σεξουαλική φόρτιση απ’ ό,τι έχουν εξίσου κοινές λέξεις για τους μηρούς σε άλλες γλώσσες – π.χ. thighs στα αγγλικά, cuisses στα γαλλικά – βλ. και μπουτάρες, άνοιξε τα μπούτια της, ανοιχτομπούτω, πάλι δεν έκλεισε μπούτι όλη νύχτα, στα μπούτια τα γιαούρτια.
Οι πληροφορίες είναι από το Slang.gr. Ο συνειρμός έγινε, με βίαιο τρόπο, πρωί με την αυγούλα. Και τα μπούτια έχουν όνομα. Μην τα μπερδεύουμε.
Άντε, γιατί άντε!
Το σκίτσο είναι από ΕΔΩ.












