ΕΛΛΑΔΑ: ΟΙ ΦΙΛΙΕΣ, ΤΟ ΦΩΣ ΚΙ Ο ΧΑΜΕΝΟΣ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ ΤΟΥ HENRY MILLER

Ο Henry Miller στην Ύδρα, φωτογραφημένος από τον Γιώργο Σεφέρη

«Το φως της Ελλάδας άνοιξε τα μάτια μου, διαπέρασε τους πόρους μου, επεκτάθηκε σ’ολόκληρο το είναι μου. Γύρισα πίσω στον κόσμο έχοντας βρει το αληθινό κέντρο και το αληθινό νόημα της κοσμικής περιστροφής»
Χένρι Μίλερ

O Χένρι Μίλλερ, γεννημένος και μεγαλωμένος στο Μπρούκλιν της Νέας Υόρκης, παιδί για όλες τις δουλειές, συντηρούμενος οικονομικά από την σύζυγο και τους φίλους του, θα χρειαστεί να περιμένει μέχρι τα 43 του χρόνια και το 1934 για να δει να τυπώνεται το πρώτο του βιβλίο «Ο τροπικός του Καρκίνου» –κι αυτό με την χορηγία της Αναίς Νιν-, πριν καταστεί ένας από τους σημαντικότερους συγγραφείς του μεσοπολέμου, ίνδαλμα της γενιάς των μπητ λογοτεχνών του ’50 και ‘60, τόσο συγγραφέας όσο και ζωγράφος, λάτρης της Ελλάδας και του αξεπέραστου ελληνικού φωτός που θα υμνήσει αμφότερα στα βιβλία του.

Ο Μίλερ έρχεται για πρώτη φορά στην Ελλάδα το 1939, μέσα στην δικτατορία του Μεταξά και στις παραμονές του δεύτερου μεγάλου πολέμου, καλεσμένος φορτικά από τον Λώρενς Ντάρρελ που ζει με την οικογένειά του στην Κέρκυρα. Ο Μίλερ γοητεύεται από το φως και τη φύση της Ελλάδας, αισθάνεται ελεύθερος κι ευτυχισμένος, αποβάλει κάθε τι περιττό –μαζί και τα ρούχα του- περιφέρεται εντελώς γυμνός τόσο στην παραλία κάτω από το σπίτι των Ντάρελ όσο και μέσα στο ίδιο το σπίτι, γράφει διθυράμβους για την Ελλάδα, τα μέρη και τους ανθρώπους της.

Θα συντροφέψει τον Ντάρελ στην Αθήνα και θα γνωριστεί με την ελληνική διανόηση της εποχής: Γιώργο Κατσίμπαλη, Γιώργο Σεφέρη, Νίκο Χατζηκυριάκο-Γκίκα, τους Τσάτσους και τόσους άλλους. Θα ταξιδέψει μαζί τους στην Πελοπόννησο, στην Κρήτη και στα νησιά του Αργοσαρωνικού, τους 9 μήνες που θα διαρκέσει η παραμονή του στην Ελλάδα. Ο Γιώργος Κατσίμπαλης και το πνεύμα του θα τον εντυπωσιάσουν, θα γράψει γι αυτόν το «Ο Κολοσσός του Μαρουσιού». Ο Κατσίμπαλης θα τον ξεναγήσει στην Πελοπόννησο, θα επισκεφθούν το Ναύπλιο, την Επίδαυρο, τις Μυκήνες, το Άργος, την Τίρυνθα, το Λεωνίδειο και άλλα μέρη. Θα περάσει από την Πάτρα αλλά και την Αράχωβα, τους Δελφούς κ.α. Ο Μίλερ θα φύγει από την Ελλάδα, παρά τη θέλησή του, ύστερα από τις πιέσεις της αμερικανικής πρεσβείας να εγκαταλείψουν οι υπήκοοί της τη χώρα μας, λόγου του πολέμου που είχε ήδη αρχίσει.

Ο Χένρι Μίλλερ αγάπησε την Ελλάδα και έγραψε για εκείνη, με τον τρόπο που θα έπρεπε να το είχαμε κάνει εμείς. Είναι αλήθεια πως ενθουσιαζόταν με τα πάντα και δεν εύρισκε τίποτα το αρνητικό. Κατόρθωνε να μετουσιώνει την εικόνα της φτώχειας, της δυστυχίας, της έλλειψης των ανέσεων του δυτικού κόσμου στην ελληνική επαρχία σε εικόνα απόλυτης ευτυχίας και γαλήνης. Στην Κρήτη, όπου βρέθηκε σε μια συντροφιά διανοούμενων του νησιού, τον ρώτησαν τι έχει, επιτέλους, η Ελλάδα και του αρέσει τόσο πολύ. «Φως και φτώχεια», απάντησε. «Είμαι αρκετά τρελός για να πιστεύω πως ο ευτυχέστερος άνθρωπος στη γη είναι εκείνος με τις λιγότερες ανάγκες. Και επίσης πιστεύω πως αν έχεις φως, όπως έχετε εδώ εσείς, εκμηδενίζεται κάθε ασχήμια» Τον ρωτούν «Μα δεν είδες πόσο φτωχός είναι ο κόσμος, πόσο μίζερα ζουν;» Τους απαντά «Έχω δει χειρότερη μιζέρια στην Αμερική. Η φτώχεια από μόνη της δεν κάνει μίζερους τους ανθρώπους». Αυτό το ελληνικό φως ύμνησε στα βιβλία του, τρία συνολικά, που αναφέρονται στην Ελλάδα: «Ο Κολοσσός του Μαρουσιού» (1941), «Ελλάδα» (με σχέδια της Anne Poor, 1964), «Πρώτες εντυπώσεις από την Ελλάδα» (1973).

Διαβάζουμε στις σημειώσεις του από το ταξίδια του στην Ελλάδα: «…Στις Μυκήνες περπάτησα πάνω στους φωσφορίζοντες νεκρούς, στην Επίδαυρο ένιωσα μια ακινησία τόσο έντονη, που για ένα κλάσμα του δευτερολέπτου άκουσα τη μεγάλη καρδιά του κόσμου να χτυπά και κατάλαβα το νόημα του πόνου και της λύπης: στην Τίρυνθα στάθηκα στον ίσκιο του κυκλώπειου ανθρώπου και ένιωσα τη φλόγα εκείνου του εσωτερικού ματιού που τώρα έχει γίνει ένας αρρωστιάρικος αδένας: στο Άργος ολόκληρη η πεδιάδα ήταν μια πύρινη ομίχλη στην οποία είδα τα φαντάσματα των δικών μας Ινδιάνων και τους χαιρέτησα σιωπηλά… Τριγυρνούσα μ’ έναν ξεκομμένο τρόπο, τα πόδια μου πλημμυρισμένα από μια γήινη λάμψη. Βρίσκομαι στην Κόρινθο μέσα σ’ ένα ροζ φως, ο ήλιος μάχεται το φεγγάρι, η γη γυρίζει: αργά με τα χοντρά της ερείπια περιστρέφεται στο φως σαν νερόμυλος που αντανακλάται σε ακίνητη λίμνη…».

«…Το να πλέεις αργά μέσα στους δρόμους του Πόρου είναι σαν να ξαναζείς τη χαρά να περνάς από το λαιμό της μήτρας. Είναι μια πολύ βαθιά χαρά για να μπορείς να τη θυμάσαι. Είναι μια από τις χαρές του μουδιασμένου ηλιθίου που δημιουργεί μύθους σαν αυτόν της γέννησης ενός νησιού από κάποιο βυθισμένο πλοίο…».

«…Βρίσκομαι στην Αράχοβα όταν ο αετός πετιέται από τη φωλιά του και αιωρείται πάνω από το καζάνι της γης που κοχλάζει, έκθαμβος από τον φανταχτερό συνδυασμό χρωμάτων που ντύνει την άβυσσο καθώς υψώνεται. Βρίσκομαι στο Λεωνίδιο την ώρα της δύσης και πίσω από το βαρύ σάβανο των ατμών από το βάλτο διαφαίνεται η σκοτεινή πύλη της Κόλασης, όπου οι σκιές των νυχτερίδων και των φιδιών και των σαυρών έρχονται να ξεκουραστούν και ίσως να προσευχηθούν…».

«…Στην Κρήτη οι αλλαγές είναι χτυπητές, σχεδόν οδυνηρές. Σε μερικά μέρη μπορείς να διασχίσεις όλες τις αλλαγές πενήντα αιώνων μέσα σε πέντε λεπτέ. Όλα είναι σχεδιασμένα, σμιλεμένα, χαραγμένα. Ακόμα και τα έρημα χωράφια έχουν μια αιωνιότητα. Βλέπεις το καθετί στη μοναδικότητά του-έναν άνθρωπο σ’ έναν δρόμο κάτω από ένα δέντρο: ένα γάιδαρο να ανηφορίζει ένα μονοπάτι κοντά σ’ ένα βουνό: ένα καράβι σ’ ένα λιμάνι σε μια θάλασσα τιρκουάζ: ένα τραπέζι σε μια βεράντα κάτω από ένα σύννεφο. Και πάει λέγοντας. Ο,τι και αν κοιτάξεις είναι σαν να το βλέπεις για πρώτη φορά: δεν θα το σκάσει, δεν θα κατεδαφιστεί σε μια νύχτα: δεν θα αποσυντεθεί ούτε θα λιώσει ούτε θα επαναστήσει. Το κάθε πράγμα που υπάρχει, φτιαγμένο είτε από τον Θεό είτε από τον άνθρωπο, είτε καρποφόρο είτε φυτεμένο, εξέχει σαν κάστανο σ’ ένα φωτοστέφανο λάμψης, χρόνου και χώρου. Ο θάμνος είναι ίσος με το γάιδαρο: ένας τοίχος είναι το ίδιο μ’ ένα κωδωνοστάσι: ένα πεπόνι είναι τόσο καλό όσο ένας άνθρωπος… Στο Ηράκλειο στο εκθαμβωτικό φως του ήλιου μια λεπτομέρεια, όπως μια καγκελωτή θύρα ή μια εγκαταλειμμένη έπαλξη, διακρίνεται με τόση ακρίβεια που σου σηκώνεται η τρίχα, αφού τέτοια ακρίβεια μπορείς να δεις μόνο στους πίνακες των πολύ σπουδαίων ζωγράφων ή των τρελών. Κάθε ίντσα του Ηρακλείου υπάρχει για να ζωγραφιστεί: είναι μια περίπλοκη, εφιαλτική πόλη, ολότελα ανώμαλη, ολότελα ετερογενής, ένας τόπος ονείρου που αιωρείται στο κενό ανάμεσα στην Ευρώπη και την Αφρική, που μυρίζει δυνατά από ακατέργαστα δέρματα, σπόρους αγριοκύμινου, πίσσα και τροπικά φρούτα…».

«…Στην Ελλάδα επιθυμείς να κολυμπήσεις στον ουρανό. Θέλεις να πετάξεις τα ρούχα σου, να πηδήξεις τρέχοντας και να βουτήξεις στο γαλάζιο. Θέλεις να αιωρηθείς στον αέρα σαν άγγελος, να ξαπλώσεις στο χορτάρι και να χαρείς με αυτό τον καταπληκτικό τρόπο την έκσταση. Πέτρα και ουρανός εδώ παντρεύονται. Είναι η αέναη αυγή της αφύπνισης του ανθρώπου… Σε κάθε μέρος ανοίγω μια καινούργια φλέβα εμπειρίας, ένας μεταλλωρύχος που σκάβει πιο βαθιά μέσα στη γη, πλησιάζοντας την καρδιά του άστρου που δεν έχει ακόμα σβήσει. Το φως δεν είναι πια ηλιακό ή σεληνιακό: είναι το αστρικό φως του πλανήτη στο οποίο ο άνθρωπος έχει δώσει ζωή… Η γη είναι ζωντανή μέχρι τα βαθιά της έγκατα: στο κέντρο είναι ένας ήλιος με τη μορφή του εσταυρωμένου ανθρώπου. Ο ήλιος ματώνει στο σταυρό του στα κρυμμένα βάθη. Ο ήλιος είναι ο άνθρωπος που αγωνίζεται να βγει σ’ ένα άλλο φως. Από φως σε φως, από γολγοθά σε γολγοθά. Το τραγούδι της γης…»

Ο Χένρι Μίλερ αγάπησε βαθιά την Ελλάδα και την βίωσε ως αρχέγονη εμπειρία. Την κοίταξε κατάματα με βλέμμα βαθύ, όχι με το επιφανειακό του αμερικανού τουρίστα. Δεν δόξασε μόνο τα μνημεία της αλλά, κυρίως ύμνησε κάθε ατέλεια και κάθε τυχόν ασχήμια της. Ο έρωτάς του για την Ελλάδα ήταν ωμός και παθιασμένος αλλά, ταυτόχρονα, αγνός και συγκινητικός, όπως είναι όλοι οι μεγάλοι έρωτες. Η Ελλάδα τον έκανε να αναθεωρήσει πολλές πλευρές της ζωής του και να επιβεβαιώσει άλλες. Όπως γράφει ο ίδιος για τον εαυτό του: «…Άλλοι άνθρωποι είναι πιο γρήγοροι στο συντονισμό οράματος και δράσης. Αλλά το θέμα είναι ότι τελικά αυτόν τον συντονισμό τον κατάφερα στην Ελλάδα. Ξεφούσκωσα, επανήλθα στις κανονικές ανθρώπινες αναλογίες, έτοιμος να δεχτώ τη μοίρα και προετοιμασμένος να δώσω όσα έλαβα.»

Κι αυτό που, κυρίως, εξυμνεί ο Μίλερ είναι η πνευματική Ελλάδα, τον αφρό της οποίας συναναστράφηκε. Μια πνευματική Ελλάδα ζωντανή και πάλλουσα, αντίδοτο, κατ’ αυτόν, στην αλλοτρίωση που επέφερε ο καπιταλισμός στον κόσμο: «Γεννήθηκα στη Νέα Υόρκη, τη μεγαλύτερη και πιο άδεια πόλη του κόσμου. Στέκομαι τώρα στις Μυκήνες, προσπαθώντας να καταλάβω τι συνέβη εδώ πριν μια περίοδο αιώνων. Νιώθω σαν κατσαρίδα που έρπει ανάμεσα στα χαλάσματα παλιών μεγαλείων».

Διαβάζοντας σήμερα τα βιβλία του Χένρι Μίλερ, μεταφερόμαστε σε μιαν Ελλάδα που πια δεν υφίσταται, σ’ έναν παράδεισο οριστικά χαμένο. Μα το χειρότερο, κατά τη γνώμη μου, η τραγωδία η μεγαλύτερη απ’ όλες, είναι που δεν υπάρχουν πλέον αυτές οι συντροφιές πνευματικών γιγάντων να κουβεντιάζουν με τους σημερινούς Μίλερ πίνοντας, καπνίζοντας και ταξιδεύοντας, να τους κάνουν να ερωτευτούν δια βίου την Ελλάδα και τους Έλληνες.

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό ΕΠΑΘΛΟ, Τ. 121