ΩΡΑΙΑ ΗΜΕΡΑ ΓΙΑ ΝΑ ΠΕΘΑΝΕΙ, ΚΑΝΕΙΣ, ΣΤΗΝ ΠΡΕΒΕΖΑ…

Κώστας Καρυωτάκης

Απρίλη του 1979 έφτασα στην Πρέβεζα για πρώτη φορά. Νύχτα, με βροχή. Έρημοι δρόμοι, σπίτια με φώτα σβηστά. Με το ζόρι βρήκαμε ένα ξενοδοχείο ανοιχτό, από αυτά τα παρακμιακά, με τον νιπτήρα μέσα στο υπνοδωμάτιο και το μπάνιο κοινόχρηστο, στον όροφο. «Κατανοώ απόλυτα γιατί αυτοκτόνησε ο Καρυωτάκης εδώ», είπα στη συντροφιά μου. Θα περνούσαν πολλά χρόνια μέχρι να καταλάβω πόσο λάθος είχα…

Η, για πολλές δεκαετίες, επικρατούσα άποψη ήταν ότι το βαρύ κλίμα και η μουντάδα της Πρέβεζας συνετέλεσαν στην διόγκωση της θλίψης του ποιητή και τον εξώθησαν στην αυτοκτονία. Σ’ αυτό παραδειγματικά συνεπικούρησε και το ποίημά του «Πρέβεζα», στο οποίο οι διάφοροι αναλυτές ανέγνωσαν την απέχθειά του για την πόλη. Η αλήθεια είναι εντελώς διαφορετική.

Ο Καρυωτάκης έζησε στην Πρέβεζα από τις 18 Ιουνίου του 1928 μέχρι τις 21 Ιουλίου της ίδιας χρονιάς. Μόλις 32 ημέρες, τις τελευταίες της ζωής του. Την «Πρέβεζα» την έγραψε την 1η Ιουλίου του ’28, δώδεκα ημέρες αφού είχε φθάσει στην πόλη –και είκοσι πριν φύγει από τη ζωή. Όσο φρικτή και να είναι μια πόλη, δεν μπορεί να οδηγήσει στην αυτοκτονία έναν άνθρωπο μέσα σε, μόλις, δώδεκα ημέρες. Οι λόγοι της οικειοθελούς αναχώρησης του Καρυωτάκη είναι απολύτως άλλοι και καθόλου δεν έχουν να κάνουν με την Πρέβεζα. Ας δούμε λίγο την πορεία του ποιητή.

Ο Κώστας Καρυωτάκης, πτυχιούχος της Νομικής Σχολής Αθηνών, αφήνει την ελεύθερη δικηγορία (η οποία δεν του αποφέρει ούτε τα απολύτως αναγκαία για μιαν επίφαση επιβίωσης) και διορίζεται στην Νομαρχία Θεσσαλονίκης. Μετά από διαδοχικές μεταθέσεις σε Σύρο και Άρτα, θα καταλήξει στην Νομαρχία των Αθηνών, όπου θα συνυπηρετήσει με την Μαρία Πολυδούρη. Εσωστρεφής και ντροπαλός ο ίδιος, με σύμπλεγμα κατωτερότητας λόγω της καχεκτικής εξωτερικής του εμφάνισης, έχοντας γνωρίσει και ζήσει τον έρωτα μόνο στα «καφέ σαντάν» και στους οίκους ανοχής, με διαγνωσμένη σύφιλη να τον βασανίζει («παράσημο» για τις ακόλαστες νύχτες του) αλλά, εντούτοις, συντηρητικός αναφορικά με την κοινωνικές συμβάσεις, φοβούμενος την αντιπαράθεση και «τα λόγια του κόσμου», διστάζει να συνάψει σχέση με το αντικείμενο του έρωτά του, την Πολυδούρη. Μια νέα γυναίκα, ανεξάρτητη και ασυμβίβαστη, που συναναστρέφεται άντρες και τους μιλά σαν ίση προς ίσους –εντελώς έξω από τα ήθη της εποχής- που γράφει κι εκείνη ποίηση και κυκλοφορεί στους λογοτεχνικούς κύκλους, μια γυναίκα που έφτασε στο σημείο να κάνει το αδιανόητο: να ζητήσει εκείνη από τον Καρυωτάκη να την παντρευτεί. Ο Καρυωτάκης αρνείται κι η Πολυδούρη φεύγει πληγωμένη για το Παρίσι.

Κώστας Καρυωτάκης και Μαρία Πολυδούρη

Ο Καρυωτάκης, αν και ποιητής, δεν πετούσε στα σύννεφα. Ασχολιόταν με τον συνδικαλισμό και στηλίτευε την διαφθορά της εξουσίας. Συμμετέχει ενεργά –πρωτοστατεί μάλλον- στις απεργίες των δημοσίων υπαλλήλων το 1927, δημοσιεύει –ανυπόγραφα μεν, απόλυτα αναγνωρίσιμα δε- άρθρα κατά του τότε Υπουργού Πρόνοιας σχετικά με κακοδιαχείριση των οικονομικών που συνδέονταν με την αποκατάσταση των προσφύγων της Μ. Ασίας με αποτέλεσμα, το 1928 να λάβει δυσμενή μετάθεση για τη Νομαρχία Πρεβέζης.

Στην Πρέβεζα θα μείνει σ’ ένα μονόχωρο διαμέρισμα, ένα δώμα για την ακρίβεια, ενός σπιτιού στην οδό Δαρδανελίων, στην περιοχή του Σεϊτάν Παζάρ. Ένα διαμέρισμα που παραχωρούσε η Νομαρχία Πρεβέζης σε υπαλλήλους της που έρχονταν από άλλες πόλεις. Μετά τη δουλειά του, συνήθιζε να κάνει έναν περίπατο μέχρι τη θάλασσα (η οποία θα ήταν και η πρώτη επιλογή για την αυτοκτονία του) και στη συνέχεια να αποσύρεται στο δωμάτιό του, όπου έγραφε ακατάπαυστα. Όταν πέθανε η σπιτονοικοκυρά του πέταξε όλα του τα χειρόγραφα, καθώς δεν γνώριζε την ιδιότητά του ως ποιητή ούτε την αξία και το μέγεθός του ως τέτοιου. Το σπίτι παραμένει στη θέση του μέχρι σήμερα, με κάποια από τα αντικείμενα που χρησιμοποίησε ο ποιητής τον τελευταίο μήνα της ζωής του να σώζονται και γίνονται προσπάθειες από τον Δήμο και τους σημερινούς ιδιοκτήτες να μετατραπεί σε μουσείο.

Όσο για την περίφημη «Πρέβεζα», δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια ρεαλιστική περιγραφή μιας –οποιασδήποτε- ελληνικής επαρχιακής πόλης, της δεκαετίας του 1920. Θα μπορούσε, κάλλιστα, να είναι η Τρίπολη Αρκαδίας όπου και γεννήθηκε ο ποιητής, ή τα Χανιά της Κρήτης, όπου τελείωσε το γυμνάσιο, έχοντας ως συμμαθητή τον Αλέξη Μινωτή, ή οποιαδήποτε από τις πόλεις της Ελλάδας όπου έζησε ο ποιητής, είτε ως παιδί ακολουθώντας με την υπόλοιπη οικογένεια τον πατέρα του στις μεταθέσεις του, είτε ώς δημόσιος υπάλληλος ο ίδιος. Μιας επαρχιακής ελληνικής πόλης της δεκαετίας του ’20, όπου τίποτα δεν συμβαίνει κι όλα είναι ακίνητα σαν θάνατος, όπου ο έρωτας υπάρχει στις συζυγικές κρεβατοκάμαρες χωρίς φαντασία, όπου τα μόνα ίχνη ζωντάνιας φαίνονται κατά τη διάρκεια της επίσκεψης κάποιου σημαίνοντος κρατικού λειτουργού κι όπου όλα θεωρούνται φυσιολογικά και ευκταία, ενδεχομένως, και κανείς δεν αντιδρά. Αυτή είναι η «Πρέβεζα» του Καρυωτάκη, αυτή ήταν η ελληνική πραγματικότητα του ’20 στην επαρχία.

Κι αν δεν τον οδήγησε η ζωή στην Πρέβεζα στην αυτοκτονία, τότε τι;

Το πιστόλι Pieper Bayard , οι σφαίρες, η αποχαιρετηστήρια επιστολή, όπως εκτίθενται στο Μουσείο Μπενάκη (φωτό από τη LIFO)

Ήδη, από τις αρχές της δεκαετίας του ’20, ο Καρυωτάκης είχε προσβληθεί από σύφιλη, αρρώστια αθεράπευτη και μοιραία την εποχή εκείνη. Τη χρονιά του θανάτου του η ασθένειά του βρισκόταν, πια, στο τελευταίο στάδιο κι ο ποιητής γνώριζε πως κάλπαζε προς το φρενοκομείο, μέρος όπου κατέληγαν όλοι οι συφιλιδικοί ασθενείς της εποχής. Ήταν κάτι που δεν θα επέτρεπε να του συμβεί.

Επιπλέον, δεν θα πρέπει να αμελήσουμε και τον κατατρεγμό που είχε υποστεί από την υπηρεσία του. Από τη μια οι πολιτικές του απόψεις και ο συνδικαλισμός, από την άλλη ο «έκλυτος βίος», ο ανάρμοστος για έναν δημόσιο υπάλληλο, τον κατέστησαν εντελώς ανεπιθύμητο. Το υπουργείο έψαχνε να βρει αφορμή να τον απολύσει, κατασκεύασε λοιπόν την κατηγορία της «μαστροπείας». Ο άντρας που κοιμάται με πόρνες μόνο, δεν μπορεί παρά και να τις εκδίδει.

Από αυτά, λοιπόν, αποφάσισε να δραπετεύσει ο Καρυωτάκης: από την επερχόμενη τρέλα και την αναπόφευκτη διαπόμπευση. Όμως η άποψη που επικράτησε (κυρίως από τον πρώτο βιογράφο του) ήταν αυτή του καταθλιπτικού, μονόχνωτου, σκοτεινού ανθρώπου, που όλα γύρω του τα βλέπει μαύρα, που δεν διακρίνει πουθενά τη χαρά της ζωής και που επιζητεί τον θάνατο ως λύτρωση. Με την άποψη αυτή τάχθηκε και η οικογένεια του ποιητή που ήθελε, από τη μια, να αποφύγει προβλήματα με την εκκλησία και την ταφή (είναι γνωστό ότι η εκκλησία καταδικάζει την αυτοκτονία και επιτρέπει την κηδεία μόνο εάν συντρέχουν ψυχολογικοί λόγοι) και από την άλλη να αποσιωπήσει τυχόν σχόλια για τις ερωτικές επιλογές του Καρυωτάκη και για την πολιτική και ιδεολογική του τοποθέτηση.

Το συγκλονιστικό σημείωμα που βρέθηκε στην τσέπη του ποιητή, δεν δημοσιεύτηκε ολόκληρο παρά την δεκαετία του 1980, όταν όλοι οι εμπλεκόμενοι και όλοι οι μάρτυρες είχαν ήδη πεθάνει. Εκεί ο Καρυωτάκης αναφέρει ξεκάθαρα τους λόγους της αυτοκτονίας του, αναλαμβάνει τις ευθύνες του αλλά και αποδίδει εκείνες που αντιστοιχούν σε άλλους.

Η Πρέβεζα «αθωώνεται» πανηγυρικά.

Το πτώμα του ποιητή, φωτογραφημένο από την αστυνομία

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό ΕΠΑΘΛΟ, Τ. 115

 

Advertisements