ΜΕΡΕΣ ΡΑΔΙΟΦΩΝΟΥ

$T2eC16NHJIQE9qUHsFi4BR,J(PNk!!~~60_35Aπό την πρώτη επταετία της ζωής μου, δυο είναι οι εικόνες που με γεμίζουν με γλύκα μέχρι σήμερα.  Στην μία, με βλέπω άρρωστη, να χουχουλιάζω στο κρεββάτι της Μαμάς και του Μπαμπά, με τα αγαπημένα μου βιβλία ολόγυρα και έναν φρεσκοστυμμένο χυμό πορτοκάλι στο κομοδίνο.  Στην άλλη είμαστε όλοι μαζί, βραδάκι στο καθιστικό, με το ραδιόφωνο να παίζει.

Γεννήθηκα το 1960, που σημαίνει ότι   τα πρώτα πεντ’ – έξι χρόνια της ζωής μου, άκουγα αποκλειστικά ραδιόφωνο. Κι αυτό γιατί τηλεόραση στην Ελλάδα δεν υπήρχε. Μεγάλωνα, λοιπόν, με τη Θεία Λένα και τις καθημερινές πρωϊνές (σε συνέχειες) εκπομπές: Το Σπίτι Των Ανέμων, Μικρή Πικρή μου Αγάπη και δεν συμμαζεύεται. Αυτά, τα άκουγε η Γιαγιά. Στην κουζίνα, όπου η Σμύρνη ζωντάνευε στις κατσαρόλες της Αθήνας, το ραδιόφωνο ήταν πάντα ανοιχτό για να παρακολουθεί η Γιαγιά τις περιπέτειες του Ορέστη και της Τζοβάννας.  Η χροιά των φωνών του Βύρωνα Πάλλη και της Αφροδίτης Γρηγοριάδου μου ήταν τόσο οικεία, όσο κι εκείνη των γονιών μου. Και φυσικά την εκπομπή με τα ταλέντα του Γιώργου Οικονομίδη («Φίλοι μου αγαπημένοι, γειά σας και χαρά σας!»). Θυμάμαι, ο Οικονομίδης πρέπει να είχε χάσει κάποιο παιδί από πνιγμό, στραβοκατάπιε τη μπουκιά του, ή κάτι τέτοιο. Από τότε, η μόνιμη επωδός της Γιαγιάς ήταν: «Μάσα καλά το φαί σου. Από ………. πνίγηκε το παιδάκι του Οικονομίδη». Στη θέση των αποσιωπητικών έμπαινε το φαγητό της ημέρας: μακαρόνια, μπιφτέκια, ψάρι, φασολάκια κ.λ.π. Μέχρι που το αυθάδικο κατσαρομάλλικο τετράχρονο που ήμουν τη ρώτησε: «Μα, βρε γιαγιά, από τι πνίγηκε τελικά το παιδάκι του Οικονομίδη; Κάθε μέρα πνιγόταν;». Και το τροπάρι αυτό σταμάτησε άδοξα.

Τα απογεύματα με τους γονείς τα ακούσματα ήταν άλλα. Μουσική και τραγούδια, εκπομπές λόγου και τέχνης, θεατρικές εκπομπές. ειδήσεις κ.λ.π. Πιο έντονα από όλες θυμάμαι τις θεατρικές εκπομπές, που η Μαμά παρακολουθούσε με θρησκευτική ευλάβεια.  Ο Αχιλλέας Μαμάκης μεγαλουργούσε στο «Θέατρο στο μικρόφωνο» και οι εκπομπές  «Η ώρα της Ελληνικής Σκηνής» και «Το Θέατρο της Κυριακής» ήταν ανάμεσα στις αγαπημένες μου.  Το ραδιόφωνο ήταν η αιτία να αγαπήσω δια βίου το θέατρο.

 Όπως σε όλες τις ελληνικές οικογένειες, των μεγάλων πόλεων τουλάχιστον, το ραδιόφωνο, τόσο προπολεμικά όσο και τις δύο, περίπου, πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες, αποτελούσε το ένα βασικό μέσο οικιακής ψυχαγωγίας. Το άλλο ήταν οι «βεγγέρες», οι προσωπικές συναναστροφές με φίλους και συγγενείς.  Ύστερα ήρθαν οι μέλισσες, η χούντα και η τηλεόραση.

Επειδή αυτά που μαθαίνεις ή εκείνα στα οποία συνηθίζεις από μικρός σε σημαδεύουν και σε ακολουθούν σε όλη τη ζωή σου, ήμουν και είμαι μανιώδης ακροάτρια.  Πέρασα όλες τις νύχτες της εφηβείας και των πρώτων νιάτων μου μ’ ένα γιαπωνέζικο, μικρό τρανζιστοράκι κάτω από το μαξιλάρι μου, να παίζει αδιάκοπα μέχρι το πρωί (μουσική, θέατρο και τη Λιλιπούπολη) και να του αλλάζω μπαταρίες κάθε δυο μέρες.  Ακόμη και σήμερα, δεν μπορώ να κοιμηθώ χωρίς μουσική, αν και το τρανζιστοράκι έχει αντικατασταθεί από ένα high-tech radio/mp3 player.  Στο αυτοκίνητο, η πρώτη μου κίνηση είναι ν’ ανοίξω το ραδιόφωνο και η δεύτερη να βάλω τη ζώνη.  Όταν σερφάρω στο διαδίκτυο, πάντα κάποιος διαδικτυακός ραδιοφωνικός σταθμός παίζει από πίσω.  Μόνο όταν γράφω το ραδιόφωνο είναι κλειστό.  Γιατί ο λόγος αποσπά την προσοχή κι η μουσική δημιουργεί ισχυρές εικόνες κι εγώ, εκείνη τη στιγμή, έχω τις δικές μου στο κεφάλι και πρέπει να τις περάσω στο χαρτί.  Όμως το ραδιόφωνο θα βρίσκει, πάντα, τρόπο να «τρυπώνει» στα γραπτά μου. Στην «Περσεφόνη», το μυθιστόρημά μου, καταλαμβάνει ένα ολόκληρο κεφάλαιο, στο οποίο η μικρή ηρωίδα μου επισκέπτεται τον ραδιοφωνικό σταθμό που στεγάζεται στο Ζάππειο.  Βρισκόμαστε στο πρώτο μισό της δεκαετίας του ’60 κι έτσι της δίνεται η δυνατότητα να γνωρίσει από κοντά την αγαπημένη της Θεία Λένα.

Ένα παλιό τραγουδάκι λέει πως «η πρώτη αγάπη δεν λησμονιέται, δεν ξεριζώνεται απ’ την καρδιά».  Κι είναι αλήθεια: όσα χρόνια κι αν περάσουν, όσο και να προχωρήσει η τεχνολογία, όσο κι αν πληθαίνει το γκρίζο στα μαλλιά μου, κατά βάθος παραμένω το πεντάχρονο που για να φάει έπρεπε το ραδιόφωνο να παίζει και το εφηβάκι που ξενυχτούσε μ’ ένα τρανζιστοράκι κάτω απ’ το μαξιλάρι του.

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΕΠΑΘΛΟ, τ. 106

Advertisements