ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΑΚΙ

13010151_10209069933163955_353728438_oΠώς βαριέμαι σ’ αυτήν την παραλία. Ποτέ δε συμβαίνει τίποτα. Πέρασε ολόκληρο το φθινόπωρο κι ολόκληρος ο χειμώνας, ήρθε η άνοιξη κι εγώ κολλημένος εδώ, στην άμμο. Κι όσο σκέφτομαι πόσο ωραία ήταν η ζωή μου πριν καταλήξω εδώ, τόσο ματώνω μέσα μου.

Φτιάχτηκα σε μια χώρα της Ανατολής, από μικρά παιδικά χεράκια. Πολλά μικρά παιδικά χεράκια, που συναρμολογούσαν το Ποδοσφαιράκι. «Little Football» έγραφε στο κουτί. Εντάξει, δεν το έλεγες ακριβώς κουτί, η σωστή λέξη είναι «συσκευασία». Μια χάρτινη βάση, χρωματιστή, με τα γράμματα, μετά εγώ κι οι φίλοι μου και μετά εκείνο το διαφανές χοντρό πλαστικό, που μας κρατούσε στη θέση μας.

Ήταν πολύ ωραίο το Ποδοσφαιράκι! Εγώ κι άλλοι δέκα σαν εμένα, ντυμένοι στα κατακόκκινα και λαμπεροί κι άλλοι έντεκα στα μπλε, εξίσου γυαλιστεροί. Όλοι ισορροπούσαμε πάω στις μπάλλες μας, άρχοντες του γηπέδου! Ένα ελατήριο ήταν καλά κρυμμένο στο κάτω μέρος μας και μια μπάλα χοροπηδούσε ανάμεσά μας. Αυτό που είχαμε να κάνουμε ήταν να ταλαντευτούμε στο ελατήριό μας και να την εξφεσδονίσουμε στα δίχτυα του αντιπάλου. Ωραίο ποδοσφαιράκι! Ωραίες μέρες!

Τα χεράκια που μας έφτιαχναν μας έβαζαν, πολλά Ποδοσφαιράκια μαζί, σε μεγάλες κούτες, τις έκλειναν με ταινία και τις έστελναν σ’ ολόληρο τον κόσμο. Η κούτα με το δικό μου Ποδοσφαιράκι έφτασε στην Ελλάδα, σ’ ένα μεγάλο μαγαζί κι από εκεί –οι φίλοι μου κι εγώ- σ’ ένα μικρό σπίτι και στα χέρια του Αντώνη. Χαρά ο Αντώνης! Μας έβγαλε από το πλαστικό και στρώθηκε στο πάτωμα να παίξει μαζί μας.

Διάλεγε για δική του πάντα την ομάδα μου, τους κόκκινους και νομίζω πως ήμουν ο αγαπημένος του. Η θέση μου στο γήπεδο τον βοηθούσε να κάνει ντιιιιιιν! με το ελατήριό μου και να βάζει την μπάλα στα δίχτυα των μπλε. Ώρες κι ώρες έπαιζε μαζί μας, πότε μόνος του, πότε με τον αδελφό του, πότε με κανέναν φίλο του. Από τα Χριστούγεννα, που μας απόκτησε, είμαστε το καλύτερό του παιχνίδι. Κι όταν ήρθε το καλοκαίρι κι έφυγε για το νησί του παππού του για διακοπές, μας πήρε μαζί του.

Εδώ, στο νησί, έγινε το κακό. Εκείνη την ημέρα είχε ο Αντώνης το Ποδοσφαιράκι μαζί του, στη θάλασσα. Μετά το κολύμπι, καθόταν στη σκιά της ομπρέλας κι έπαιζε. Και ξαφνικά, πάνω που μ’ έχει λυγίσει πολύ και μ’ αφήνει για ν’ ακουστεί το ντιιιιιιν! και να χτυπήσω τη μπάλα, βγαίνει όλο το ελατήριο από τη βάση και πετάγομαι μέτρα μακριά, πέφτοντας πάνω στην καυτή άμμο. Μαζί μου πετάχτηκε κι ο Αντώνης. Έτρεξε προς την κατεύθυνσή μου αναζητώντας με.

Ήμουν ήδη θαμμένος στην άμμο, όχι πολύ βαθειά αλλά δεν φαινόμουν. Ένας άντρας με πλαστικές σαγιονάρες με πάτησε και με βούλιαξε. Ο Αντώνης δεν με βρήκε κι όσο κι αν φώναζα δεν με άκουγε. Στο τέλος έφυγε κι εγώ απόμεινα εκεί, στην παραλία, μισοθαμμένος στην άμμο.

Το καλοκαίρι τέλειωσε, η παραλία άδειασε, μείναν μόνο τα σκουπίδια των ανθρώπων κι οι γόπες απ’ τα τσιγάρα τους. Η καινούρια μου οικογένεια ήταν πλαστικές σακούλες μισοσκισμένες, κάτι σπασμένα πλαστικά μαχαιροπήρουνα, άδεια πλαστικά μπουκάλια. Όλο τον χειμώνα μας έδερνε ο άνεμος, κάποιους από εμάς τους πήρε η θάλασσα, δεν ξέρω που τους πήγε. Εμένα έπεφτε πάνω μου η άμμος, σκληρή, άγρια, μου ξεθώριασε το αστραφτερό μου κόκκινο, μου θάμπωσε τη μπάλα, μου σκούριασε το ελατήριο. Μα το χειρότερο ήταν αυτή η αβάσταχτη μοναξιά…

Πώς βαριέμαι σ’ αυτήν την παραλία. Ποτέ δε συμβαίνει τίποτα. Πέρασε ολόκληρο το φθινόπωρο κι ολόκληρος ο χειμώνας, ήρθε η άνοιξη κι εγώ κολλημένος εδώ, στην άμμο. Κι όσο σκέφτομαι πόσο ωραία ήταν η ζωή μου πριν καταλήξω εδώ, τόσο ματώνω μέσα μου.

Μπα; Τι συμβαίνει; Τόσος κόσμος ξαφνικά στην παραλία; Μα δεν είναι καλοκαίρι ακόμη, δεν καίει ο ήλιος, δεν άρχισαν οι άνθρωποι τα μπάνια. Τι κάνουν; Μαζεύουν τα σκουπίδια; Καθαρίζουν την παραλία; ΜΑΣ ΠΑΙΡΝΟΥΝ ΜΑΚΡΙΑ! Πού θα πάω; Πού θα βρεθώ; Να, να ένα κορίτσι έρχεται προς το μέρος μου, τι όμορφη που είναι! Ας με δει, Θεέ μου, ας με πάρει! Ας με σκοτώσει ακόμη, οπουδήποτε και οτιδήποτε θα είναι καλύτερο από αυτό που ζω εδώ. Με είδε. ΜΕ ΕΙΔΕ! Σκύβει επάνω μου, με παρατηρεί, με πιάνει, με σηκώνει, τινάζει την άμμο από το κόκκινό μου, με σκουπίζει στη μπλούζα της. Χαμογελάει. Μου χαμογελάει! Χώνει το ελατήριό μου στην άμμο, σκύβει, ξαπλώνει μπροστά μου και με φωτογραφίζει.

Λες να με πάρει μαζί της; Λες να παίξω πάλι ποδοσφαιράκι; Ε; Λες;

Γράφτηκε για το Life DeBag και με αφορμή την εβδομάδα δράσεων στη Σύρο, τον Ιούνιο του 2016.

Η φωτογραφία είναι της Σταυρούλας Κορδέλλα.

Κράτα το

Advertisements