ΤΟ ΚΑΡΟΤΣΙ – ΑΦΗΓΗΣΗ ΗΡΩΪΚΗ ΚΑΙ ΠΕΝΘΙΜΗ

12661858_10153434801471134_14016331036763564_nΜεσημεράκι και πάμε, οι δύο φίλες, στον Α-Β να κάνουμε τα ψώνια της εβδομάδας. Ολοκληρώνουμε τις αγορές μας, πληρώνουμε και βγαίνουμε με τα καροτσάκια μας να πάμε να φορτώσουμε το αυτοκίνητο. Φορτώνω εγώ και ξεκινάει να φορτώνει κι η Κατακάλου. Δεν έχει βάλει φρένο στο καρότσι, είναι και κατηφόρα, έβαλε (το καρότσι) και λίγη φόρα και πάρτο να κυλάει γοργά στον κατήφορο.

Κάνει η Κατακάλου να τρέξει να το πιάσει (πού πας, ρε Καραμήτρο;) αλλά παρ’όλη τη σκληρή γυμναστική, τους κοιλιακούς και την εξαντλητική προπόνηση (γράφουμε και καμια μαλακία να περνάει η ώρα) το καρότσι προπορεύεται άνετα και με διαφορά. Η Κατακάλου εξακολουθεί να το κυνηγά ενώ εγώ, που είμαι άτομο αηδιαστικά έξυπνο και βαθιά φιλοσοφημένο, ξέρω πως ό,τι θέλει να φύγει το αφήνεις ελεύθερο. Κανέναν και τίποτα δεν κρατάς δίπλα σου με το ζόρι, αγαπητέ.

Διασχίζει, που λέτε, τον δρόμο το καρότσι (κύριος οδικός άξων, συνδέων Επίδαυρο με Πόρο κλπ) και με διπλό άξελ κάνει πλονζόν στον γκρεμό. Η Κατακάλου κοιτάει απελπισμένη το καρότσι, εγώ κοιτάω την Κατακάλου που κοιτάει το καρότσι και γελάω ασύστολα, ένας οδηγός κοιτάει εμένα που κοιτάω την Κατακάλου που κοιτάει το καρότσι (ο συγκεκριμένος είδε επίσης και τον Χριστό φαντάρο, αλλά δεν το κάνω θέμα) κι είμαστε μια ωραία ατμόσφαιρα, είμαστε.

Η συνέχεια δεν παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, αφού ένα παλληκάρι από τον Α-Β κατέβηκε στον γκρεμό, μάζεψε ψώνια και καρότσι, φορτώσαμε και γυρίσαμε σπίτι.

Advertisements