Η ΜΑΝΑ ΜΟΥ

mama_AutoCollage_12_ImagesΗ μάνα μου βγάζει τα ρούχα της, τριγυρίζει στα δωμάτια σαν τη λαίδη Γκαντάιβα χωρίς το άλογο, θυμάται τον εαυτό της μωρό να τρέχει στην ανηφόρα της Γεωργίου, να παίζει έξω από το πατρικό της, εκεί που σήμερα είναι το άγαλμα της Μητέρας, να δένει την κορδέλα στης αδελφής της τα μαλλιά, να δίνει κουλούρι σουσαμένιο στον αδελφό της.

Η μάνα μου έχει στο μυαλό της μια μαύρη, άδεια σκηνή θεάτρου ξενοίκιαστου, η απώλεια του αδελφού και του πατέρα μου δεν την αγγίζουν πια και τ’ όνομά μου δεν το προφέρει.

Η μάνα μου ξέχασε πώς γελάνε, ένα μικρό τοσοδούλικο χαμόγελο της έχει απομείνει, καμιά φορά το βγάζει από μέσα της για να μου το δείξει.

Η μάνα μου έπαψε να ρωτά και ν’ ανησυχεί, ανοίγει το στόμα πειθήνια μπροστά στο χέρι που κρατά το κουτάλι με τη σούπα.

Η μάνα μου, γοργόνα σωστή, μισή γυναίκα και μισή ψάρι, τη θάλασσα τη φοβάται και δεν πλησιάζει, πια, στην ακρογιαλιά.

Η μάνα μου δεν κεντά πια, ούτε ποιήματα σκαρώνει και τα χιλιάδες βιβλία της σκονίζονται στις βιβλιοθήκες του σπιτιού της. Μόνο την «Περσεφόνη» μου έχει στο κομοδίνο δίπλα της και –που και που- της χαϊδεύει το εξώφυλλο.

Η μάνα μου έχει πάντα όμορφα μάτια, μόνο που τώρα έχουν αδειάσει.

Η μάνα μου είναι πάντα όμορφη. Ας ήταν άσχημη, μόνο νάταν Η ΜΑΝΑ ΜΟΥ.

Advertisements