***

boyΚαι είμαι στην παραλία με τα κορίτσια και κολυμπάμε και λιαζόμαστε και περνάμε καλά και γελάμε και βγάζουμε φωτογραφίες και μετά γυρίζω σπίτι και κάνω ντουζ και φοράω καθαρό καφτάνι που μοσχομυρίζει από το μαλακτικό που χρησιμοποιώ και φτιάχνω καφέ κι ανάβω τσιγάρο κι ανοίγω τον υπολογιστή και πέφτω πάνω σ’ αυτό το πανέμορφο τρίχρονο συριάκι, αυτό το θείο βρέφος που κοιμάται μπρούμυτα στην ακροθαλασσιά κι η καρδιά μου κάνει κρακ και το μυαλό μου κάνει κρακ μόνο τα μάτια μου δεν κάνουν κρακ, αυτά τρέχουν δάκρυα λίμνες, ποτάμια, θάλασσες, μια θάλασσα, αυτήν που βρέχει εκείνη την τούρκικη ακτή και δεν μπορώ να σταματήσω να κλαίω ούτε μπορώ να σταματήσω να ντρέπομαι και θέλω να βάλω φωτιά να κάψω όλον τον κόσμο και να ρίξω να καούν όλες οι κάλπες των δημοκρατικών εκλογών και να βυθίσω στις στάχτες όλα τα κόμματα, ναι και τ’ αριστερά και τ’ “αριστερά” κι είμαι θυμωμένη κι είμαι τρελή και σκέφτομαι τις κόρες μου στα τρία τους, πόσο όμορφα και χαρούμενα και προστατευμένα ήταν τα μωρά μου, το ίδιο όπως ο γιος σου, και μετά αναρωτιέμαι τι καλό έχουμε κάνει εμείς στη ζωή και τι κακό έχει κάνει ο πατέρας του μικρού Σύριου και μετά με φτύνω στον καθρέφτη και φτύνω κι εσένα για όλα μας τα “αξεπέραστα” προβλήματα, για όλες μας τις “κουραστικές” δυσκολίες, για όλες μας τις “πολιτικές” ανησυχίες, για όλη μας την “αλληλεγγύη” και την “κατανόηση” στον συνάνθρωπο, για όλη μας την υποκρισία που επιτρέπει ακόμη, ΑΚΟΜΗ, να πεθαίνουν μωρά για μαλακίες και δεν ξέρω τι θέλω, στην τελική θέλω να τελειώσει ο κόσμος και θέλω να χαθούν τα χρώματα, να μείνει μόνο το κόκκινο της μπλουζίτσας του και το μπλε απ’ το παντελονάκι του, δυο χρώματα μόνο για πάντα, για τιμωρία μας και θέλω να είσαι δίπλα μου, να ισορροπήσεις με την λογική σου την τρέλα μου, γιατί αυτή η φωτογραφία αυτού του μωρού με σακάτεψε, περισσότερο κι από εκείνη της μικρής που τρέχει γυμνούλα καμμένη απ’ τις ναπάλμ στο Βιετνάμ, περισσότερο κι από εκείνη της άλλης σκελετωμένης μικρής, που την παραμονεύει το όρνιο στο Σουδάν, ίσως γιατί τότε ήμουν νέα και πίστευα ακόμη πως ο κόσμος μπορούσε ν’ αλλάξει και τώρα έχω ξεπεράσει τον μισό αιώνα ζωής και δεν το πιστεύω πια και θέλω να με κρατάς, να μ’ αγαπάς και να με παρηγορείς, ακόμη κι αν πρέπει να βγεις απ’ τη δική σου σκοτεινιά για να φωτίσεις τη δική μου και θα κάνω κι εγώ το ίδιο γιατί άλλη ελπίδα δεν υπάρχει, ούτε γιατρειά, ούτε παρηγοριά, παρά μόνο να φωτίζουμε λιγάκι ο ένας τα σκοτάδια του άλλου.

Και ν’ αγαπιόμαστε.
Advertisements