ΕΝΑ ΓΡΑΜΜΑ

21cf0d1fb5e3349a47a0a9fdd8a0f9b0Ορίστε, δυο μέρες μαζί και καταλήγω να σου γράφω γράμμα, γιατί πάλι δεν σηκωθήκαμε απ΄το κρεβάτι. Τόπες κι εσύ, πέφτουμε ο ένας πάνω στον άλλο και τα χείλη μας είναι απασχολημένα να σεργιανίζουν στα κορμιά μας και λέξη δε λέμε. Κι όμως, περνάμε τόσο καλά όταν καταφέρνουμε να μιλήσουμε. Κι είχα τόσα να σου πω, αυτή τη φορά…

Μαύρη γύρισα, κατάμαυρη, κι όχι απ’ τον ήλιο. Μαύρη μέσα μου, ξέρεις εσύ. Μούπεσε πολύ βαρύ το όλο. Την αγαπάω, δε γίνεται αλλιώς, δεν την συμπαθώ όμως. Και μάλλον ούτε κι εκείνη. Και φοβάμαι πως τώρα, που έχω εγώ το πάνω χέρι, την εκδικούμαι για όλες εκείνες τις αγκαλιές και τα χαϊδέματα που δεν μου χαλάλισε. Και μετά έχω τύψεις. Και πιο μετά κλαίω. Και την βλέπω στον ύπνο μου, να με κοιτάει μ’ εκείνο το χαμένο της, ερωτηματικό βλέμμα. Και να μην αρθρώνει λέξη. Και ξυπνώ αλαφιασμένη. Αυτές τις μέρες γνώρισα εκείνον τον μαύρο βυθό, τον δικό σου. Είναι τρομακτικά εκεί κάτω, χαίρομαι πολύ που δεν κατεβαίνεις πια. Και μ’ αρέσει να πιστεύω ότι αυτό οφείλεται λίγο και σ’ εμένα.

Μαύρη γύρισα και κατάμαυρη ήρθα να σε βρω. Το κατάλαβες. Και μού ‘πες να το βγάλω, να κλάψω. Για να γίνω καλά. Το κλάμα είναι υγεία, είπες. Κι έκλαψα, αλλά μετά, που έφυγες. Κι έγιανα. Και την άλλη μέρα σου παραστάθηκα στον ύπνο σου, όπως έπρεπε. Γιατί όλα συνέβησαν επειδή ΕΠΡΕΠΕ. Έτσι μου είπες. Και γι αυτό το «έπρεπε» σ’ αγάπησα λίγο περισσότερο.

Ξέρεις, όταν κοιμάσαι κάνεις όπως τα μωρά: τινάζεσαι ελαφρά, σαν κάτι να σε σκιάζει, σαν κάτι να διώχνεις μακριά σου. Έβαλα το ένα χέρι μου γύρω σου, με το άλλο σ’ ακούμπησα στην πλάτη κι ησύχασες αμέσως, όπως τα μωρά όταν τα φάσκιωναν οι μανάδες τους για να ηρεμήσουν. Είμαι η φασκιά σου, αγάπη μου, σε ηρέμησα και κοιμήθηκες, μέχρι που ροχάλισες κιόλας!

Θέλω πάντα να σ’ αγγίζω, όταν κοιμάσαι πλάι μου, για να νιώθω το οριστικό της παρουσίας σου δίπλα μου, για να σε προστατεύω. Έτσι, όπως το λέει η Κατίνα μου: «Όλη τη νύχτα του κρατούσα το χέρι. Κατάφερα, έτσι, να τον περάσω σώο και ασφαλή από την χώρα των ονείρων και να τον οδηγήσω στην ανατολή. Ήταν το ευχαριστώ μου. Μεγάλη παρηγοριά, Μπέμπα, να κοιμάται κάποιος που εμπιστεύεσαι στο διπλανό μαξιλάρι. Μπορείς, έτσι, να κοιμάσαι κι εσύ ήσυχος, ξέροντας πως δεν θα σ’ αφήσει να χαθείς μέσα στα όνειρα».

Από Τετάρτη αρχίζω πάλι δουλειά. Αλήθεια το λέω. Έχω φτιάξει πρόγραμμα, οκτώ μ΄εννιά καφέ και διαδίκτυο, εννιά με δύο δουλειά, μετά θάλασσα. Μέχρι αργά το απόγευμα. Κάθε μέρα. Το υπόσχομαι. Και τον Οκτώβρη θα πάμε στη Θεσσαλονίκη. Με το αεροπλάνο. Μαζί. Ναι. Αλλά μέχρι τότε έχουμε να κοιμηθούμε κάμποσα μεσημέρια παρέα.

Είναι Κυριακή βράδυ και μου λείπεις.

***

Υ.Γ.: Η αλληλογραφία είναι μια χαμένη τέχνη. Θα βάλω το γράμμα στο blog και θα σου στείλω το link.

Advertisements