Don’t pay the ferryman.

2

Kαι χτυπά το τηλέφωνο κι ακούω τη Λίλη να μου ανακοινώνει με λυγμούς το ακατανόητο. Κι είμαι σίγουρη πως παραλογίζεται γιατί, δεν μπορεί, πριν δυο ώρες σ’ άκουσα κι ήσουν καλά. Πώς γίνεται ν’ αλλάξουν όλα, μέσα σε δυο ώρες; Πώς γίνεται να φεύγει ένας αγαπημένος για τ’ αλλού, μέσα σε δυο ώρες; Πώς γίνεται να χάνεις έναν άνθρωπο, μέσα σε δυο ώρες; Ναι, ξέρω, δυο ώρες είναι πολύ, όλα αυτά μπορεί να συμβούν και μέσα σε δευτερόλεπτα. Απλά δεν το χωνεύω.

1Νομίζω πως ο θεός, που δεν υπάρχει, τάχει βάλει προσωπικά μαζί μου. Τον τελευταίο χρόνο μου έχει στερήσει αγαπημένους φίλους. Τον Τάκη, τον Κώστα, τον Γιώργο, σήμερα εσένα… Φίλους που με ήξεραν όταν ήμουν σκανταλιάρικο παιδί, όταν ήμουν ζωηρή έφηβη, όταν ήμουν όμορφη γυναίκα, όταν έγινα περήφανη μάνα. Φίλους που οι κοινές μας φωτογραφίες γεμίζουν άλμπουμς ολόκληρα, που ξεκινούν από ασπρόμαυρες, συνεχίζουν μ’ εκείνες τις πρώτες έγχρωμες που ξεθωριάζουν μέρα με τη μέρα, ακολουθούν οι άλλες των ακριβών μηχανών που πήραμε από τις καλοπληρωμένες δουλειές μας, φτάνουν μέχρι την προηγούμενη εβδομάδα, μέχρι το σήμερα, μέχρι το τώρα κι είναι πια, σε φακέλλους στον υπολογιστή.

3Απόψε κοιτάζω φωτογραφίες δικές σου ή –μάλλον- κοιτάζω φωτογραφίες δικές μου και δικές σου. Λες κι αυτός ο θεός που –ξαναλέω- δεν υπάρχει, το έχει κάνει επίτηδες. Δεν έχουμε ούτε μία νορμάλ φωτογραφία, όλες σουργελεμένες, σαν κι εμάς. Άντε, καλά… έχουμε ίσως μία: εμείς και μια βασιλόπιτα, κάποια πρωτοχρονιά, από τις αμέτρητες που κάναμε μαζί. Αχ, αυτή μας η παρέα… Κι αυτή μας η μανία να επιμένουμε τόσα χρόνια… Εκεί, μαζί… Με τις φιλίες και τις κουμπαριές και το νοιάξιμο και την αγάπη, όλα αυτά τα χρόνια, παρόλο που ο θεός που –επιμένω- δεν υπάρχει έκανε τα πάντα για να μας χωρίσει: τι διαζύγια και τι θανάτους δεν επιστράτευσε, τι ξενητεμούς δεν εφηύρε, εμάς στ’ αρχίδια μας: εκεί, μαζί όλοι, μέχρι το τέλος. Κι ας μην μιλάμε, πια, κάθε μέρα στο τηλέφωνο.

4Κι απ’ την ώρα που το έμαθα, δυο ώρες αφού σε είχα ακούσει στο τηλέφωνο, δεν έχω κλάψει. Μόνο σαν ζόμπι περιφέρομαι στο σπίτι κι έχω μια έντονη μυρωδιά καμμένου στα ρουθούνια. Και σκέφτομαι ασυναρτησίες και γράφω ασυναρτησίες. Και κοιτάω φωτογραφίες με απορία: πώς γίνεται να μην βγάλουμε άλλες, πια;

Και, ξαφνικά, θυμήθηκα το τραγούδι μας, το γκραν σουξέ μας, αυτό που χρόνια τραγουδάμε όταν βρισκόμαστε με τους φίλους, αυτό που μας χαρακτηρίζει –εμάς τους δυο- στην παρέα. Και τόβαλα στη διαπασών. Και τραντάχτηκε το σπίτι. Κι έτριξαν τα τζάμια. Και το χόρεψα σαν τρελλή. Κι έκανα τις φιγούρες μου, σα να ήσουν δίπλα μου με τις δικές σου. Και το τραγούδησα μέχρι που γδάρθηκε ο λαιμός μου. Κι όση ώρα τραγουδούσα –επιτέλους- έκλαιγα.

5Μ’ ακούς; Ακούς να σου τραγουδάω; Ξεφωνίζω δυνατότερα απ’ τον Chris De Burgh:
Don’t pay the ferryman, μαλάκα, don’t pay the ferryman, γαμώ την πουτάνα μου, don’t pay the ferryman, Αποστόλη φίλε μου, αδερφέ μου, σύντροφέ μου.

Don’t pay the ferryman.

Advertisements