ΒΡΟΧΗ ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ

originalΠου λες, ήταν μια εποχή, όταν ήμουν στο Παρίσι, που έβρεχε κάθε απόγευμα. Όλο το πρωί είχαμε λιακάδα τρελή, μα μετά τις 3 ο ουρανός συννέφιαζε, γινόταν βαρύς, μολυβής και ξαφνικά άνοιγαν οι καταρράκτες του. Δεν ξεκινούσε αργά, προειδοποιητικά, με ψιχάλα, αλλά –από το πουθενά- τόννοι νερό έπεφταν πάνω στην πόλη. Ένα περίεργο πράμα, κάθε μέρα, μετά τις 3. Η κοσμοχαλασιά κρατούσε κανένα τρίωρο και μετά ξαστέριαζε. Τα βράδυα το Παρίσι έλαμπε φρεσκοπλυμμένο, δεν μπορούσες ν’ αντισταθείς και να μη βγεις να σεργιανίσεις στους δρόμους του.

Τις πρώτες ημέρες του «φαινομένου» κυριεύτηκα από απελπισία. Χωνόμουν σε κάποιο καφέ, με τα χαρτιά και τα βιβλία μου, και περίμενα να σταματήσει ο κατακλυσμός. Καπνίζαμε –ακόμη- στα καφέ, γεγονός που έκανε την αναμονή λιγότερο αβάσταχτη. Το μόνο που με στενοχωρούσε ήταν πως οι «εξερευνήσεις» μου θα έπρεπε να ανασταλούν για –τουλάχιστον- τρεις ώρες, ώρες που το Παρίσι λουζόταν ακόμη στο φυσικό φως.

Μετά την πρώτη εβδομάδα αποφάσισα ότι δεν πήγαινε άλλο: τρεις ώρες ήταν υπερβολικά πολλές για να κάθομαι μόνη μου σ’ ένα καφέ, ακόμη κι αν μπορούσα να καπνίζω. Έτσι έκανα το μεγάλο βήμα: βγήκα να περπατήσω στον κατακλυσμό! Την πρώτη φορά ζορίστηκα: η ομπρέλα δεν έκανε τίποτα, η βροχή περνούσε μέσα από τα ρούχα, γινόμουν μουσκίδι μέσα σε δευτερόλεπτα. Επέμεινα βλαστημώντας από μέσα μου. Στο τέλος της επιβλήθηκα (της βροχής). Έκλεισα την ομπρέλα και την άφηνα να κυλάει από το μπορ του καπέλου στο πρόσωπο, τον λαιμό και τον αυχένα, να μου μουσκεύει παντελόνι και πουλόβερ. Και χαμογελούσα. Και αργότερα γελούσα. Γιατί ήμουν είκοσι χρονών. Και γιατί θυμήθηκα τον Gene Kelly στο “Singing in the rain”. Αφού τάχε καταφέρει αυτός, ένας ξενέρωτος αμερικάνος, θα κώλωνα εγώ, μια θερμόαιμη ελληνίδα; Και, φυσικά, τα κατάφερα: ακόμα και τις ώρες της νεροποντής, εγώ δεν έχανα τίποτα από το Παρίσι. Ήμουν ευτυχισμένη.

Που λες, η σχέση μας μου θυμίζει εκείνη την εποχή στο Παρίσι. Όλο λιακάδες και βόλτες και ξεγνοιασιά και, ξαφνικά και για λίγο, σκοτεινιά και χαλασμός. Που είναι έτσι μόνο αν έτσι τα βλέπεις. Μπορείς να επιλέξεις να τα δεις ως ευλογία για τη γη, ώς αφορμή να ξεπλυθεί η σκόνη που έχει κατακάτσει στην «πόλη» σου, ως διάλειμμα από την ζέστη του καυτού ήλιου. Και, βλέποντάς τα αλλιώς, αρχίζεις και διακρίνεις την ομορφιά και τη λάμψη τους, την καθαρότητα και την σπανιότητά τους. Και τότε αγαπάς διπλά αυτήν την σχέση/πόλη, κι αποφασίζεις ότι τίποτα διαφορετικό δεν θα ήθελες γιατί με τίποτα δεν θες να την αλλάξεις, με τίποτα δεν θα λαχταρούσες να μείνεις σ’ άλλη «πόλη».

Είσαι η πόλη μου, που λες, και σ’ αγαπώ και με ήλιο και με βροχή, και με καύσωνα και με καταιγίδα, γιατί σε κάθε καιρικό φαινόμενο ανακαλύπτω κι άλλους δρόμους, σοκάκια και πλατείες, μικρές μυστικές γωνιές, άγνωστες στους «τουρίστες» που μόνη εγώ έχω το προνόμιο να απολαμβάνω. Γιατί η απόλαυση κι η ανακάλυψη κι η εκτίμηση κι ο θαυμασμός κι η αγάπη είναι παντός καιρού.

Σαν την 337 Μοίρα, ένα πράμα. Κι είμαι ευτυχισμένη.

Η φωτογραφία είναι από ΕΔΩ.

Advertisements