Ο ΕΞΩΓΗΙΝΟΣ ΕΡΑΣΤΗΣ

reptilianΔεν φαντάζομαι να νομίζετε ότι, επειδή είχα καιρό να σας γράψω για τα κατορθώματα της Ακατονόμαστης, τα πράγματα βαίνουν καλώς. Ακριβώς το αντίθετο. Η αλήθεια, βέβαια, είναι ότι περάσαμε μια μακράν περίοδο νηνεμίας η οποία, το ομολογώ, ξεγέλασε ακόμη κι εμένα. «Αυτό είναι», είπα στον εαυτό μου, «τελειώσαμε, ηρέμησε». Φευ. Διαψεύστηκα οικτρά.

Μου τηλεφώνησε τις προάλλες, δυο μέρες πριν φύγω για Κρήτη. «Πού είσαι χαμένη, βρε Χαμένη;», τη ρώτησα. «Πετάω στ’ αστέρια με τον Ρούλη», μου απάντησε κι αμέσως αισθάνθηκα το χάλκεον χέρι του φόβου βαρύ να μου σφίγγει την καρδιά, ως περιγράφει και ο ποιητής. Δεν ήθελα να μάθω, όλοι ξέρουμε ότι η περιέργεια σκότωσε τη γάτα, αλλά το έκανα. Ρώτησα. «Ποιος είναι ο Ρούλης;». Και η απάντηση ήταν αυτή που φοβόμουν: «Το νέο μου αμόρε. Υπέροχος. Πότε θα τον γνωρίσεις;» «Ποτέ», είπα από μέσα μου. «Όταν γυρίσω από την Κρήτη», είπα απ’ έξω μου.

Και γύρισα απ’ την Κρήτη κι η Ηλίθια δεν είχε ξεχάσει την υπόσχεσή μου. «Αύριο σε περιμένουμε με τον Ρούλη στο σπίτι, ανυπομονεί να σε γνωρίσει». Εγώ, όπως αντιλαμβάνεστε αγαπητοί αναγνώστες, καθόλου δεν ανυπομονούσα, αλλά για χάρη της φιλίας ο άνθρωπος κάνει θυσίες και μαλακίες σε ίσες αναλογίες, οπότε ας έκανα κι εγώ άλλη μια. Και πήγα.

Αυτή τη φορά κατάλαβα τι με περίμενε με το που άνοιξε η πόρτα. Μπροστά η Πανηλίθια, μ’ ένα χαμόγελο μέχρι τ’ αυτιά, κι ένα γελοίο καπελλάκι φτιαγμένο από αλουμινόχαρτο, μέχρι τ’ αυτιά επίσης. Με το που πάω ν’ ανοίξω το στόμα μου να την περιλάβω, νάσου κι εμφανίζεται πίσω της κύριος ευειδής, ΕΠΙΣΗΣ ΜΕ ΑΛΟΥΜΙΝΕΝΙΟ ΚΑΠΕΛΑΚΙ ΣΤΟ ΚΕΦΑΛΙ. Ένοιωσα τα γόνατά μου να λυγίζουν. Γιατί, μα γιατί είχα έρθει; «Άντε, άντε, πέρνα, τι κοκκάλωσες σαν κούτσουρο;» είπε το Κούτσουρο που έχω για φιλενάδα.

Περάσαμε στο σαλόνι και καθήσαμε, έγιναν οι συστάσεις. Ο Ρούλης μου έδωσε ένα καπελάκι σαν κι αυτά που φορούσαν και «για σένα το φτιάξαμε» είπε με χαρά. Το πήρα –καλό είναι να παίρνεις ό,τι σου δίνουν- αλλά αρνήθηκα να το φορέσω, προφασιζόμενη μια τρομακτική αλλεργία στο αλουμινόχαρτο. «Από πότε;» ρώτησε η Πανηλίθια. «Από προχθές», απάντησα φαρμακερά εγώ.

Την συζήτηση της υπόλοιπης βραδυάς δεν δύναμαι να σας την περιγράψω λεπτομερώς, τα highlights πάντως είναι τα εξής:
• Υπάρχουν κακοί εξωγήινοι, οι οποίοι μας παρακολουθούν και θέλουν να κλέψουν τις σκέψεις μας. Γι αυτό κι εμείς φοράμε τα καπελάκια από sanitas foil, για να τους εμποδίζουμε.
• Υπάρχουν καλοί εξωγήινοι, οι οποίοι είμαστε εμείς (ναι, σωστά διαβάσατε), που προερχόμαστε από έναν πλανήτη που δεν θυμάμαι πώς τον λένε, προσωρινά ζούμε στη Γη με ανθρώπινη μορφή ενώ –κανονικά- μοιάζουμε με σαύρες (sic) και πως, κάποια στιγμή, θα έρθουν οι δικοί μας να μας πάρουν και θα πάμε όλοι μαζί να εποικήσουμε έναν νέο πλανήτη που τον λένε Νιμπίρου.
• Η Πανηλίθια Μαρία κι ο Βλαμμένος Ρούλης, όταν θα πάνε στον Νιμπίρου θα χτίσουν εκεί το σπίτι των ονείρων τους. Θα ξαναγίνουν σαύρες και θα τρώνε μαμούνια, ή ότι σκατά τρώνε οι σαύρες.

Κάποια στιγμή απομόνωσα την Πανηλίθια στην κουζίνα. «Τ’ είν’ τούτος;» ρώτησα πανικόβλητη. «Ο Ρούλης, καλέ», απάντησε εκείνη. «Κι όλα αυτά που λέει είναι αλήθεια, είμαστε σαύρες που έχουμε έρθει απ’ το διάστημα και οι δικοί μας θα έρθουν να μας πάρουν, να εποικήσουμε τον Νιμπίρου». «Ο μόνος που θάρθει να σε πάρει, Βλαμμένη, είναι ο γερο-διάολος», της σφύριξα. «Πού, σκατά, πας και τους βρίσκεις όλους αυτούς; Ούτε επίτηδες να το έκανες!». Η Πανηλίθια είπε ότι ήταν απόλυτα ευχαριστημένη από τον Ρούλη, ότι ήταν ήδη τρεις μήνες μαζί «δεν στο είχα πει γιατί ήθελα να σιγουρευτώ πως ήταν κατάλληλος και νορμάλ, για να μη με βρίζεις» (σ’ αυτό το σημείο έπαθα ένα μίνι εγκεφαλικό), ότι πολύ θα της έλειπα όταν θα πήγαινε στον Νιμπίρου κι αν ήθελα να πάω μαζί τους και να μου έβρισκε ο Ρούλης έναν φίλο του. Την ευχαρίστησα και είπα πως δεν θα πάρω και την ρώτησα αν –τουλάχιστον- στο κρεβάτι λέει ο εξωγήινος. «Α, ναι, ναι. Όλα υπέροχα!» είπε η Βλαμμένη. «Έχει, βέβαια, μια μικρή ιδιορρυθμία, αλλά όλα ΟΚ». Όπου η ιδιορρυθμία, κυρίες, κύριοι και αγαπητά μου παιδιά ήταν πως ο εξωγήινος –my ass- εραστής, ήθελε η δικιά μας να ντύνεται σαν τα τελετάμπις, αντί για αχ αχ να κάνει μπλιπ μπλιπ και την ώρα του οργασμού να αναφωνεί «Beam me up, Ρούλη!»

Βρήκα μια δικαιολογία του κώλου και την έκανα με ελαφρά.

Τις επόμενες ημέρες προσπαθούσα να πνίξω την τραυματική μου εμπειρία στο ποτό, όταν μου τηλεφώνησε η Πανηλίθια. «Θέλω μια μεγάλη χάρη», είπε. «Το Σάββατο έχω τραπέζι στους φίλους του Ρούλη, ξέρεις, τα παιδιά από τη λέσχη τους. Φυσικά είσαι κι εσύ καλεσμένη, μάλιστα νομίζω πως ένας από αυτούς θα σου αρέσει, είναι ο τύπος σου, ξέρεις: χοντρός, φαλακρός με μούσι και γυαλιά. Μόνο που θέλω μια χάρη: πάρε δυο τρία βαζάκια και βγες στον κήπο σου να μου μαζέψεις μαμούνια. Θέλω να φτιάξω μια πίτα για τους σαυροφίλους». Δεν απάντησα καν, της έκλεισα το τηλέφωνο στα μούτρα. Και τηλεφώνησα αμέσως στον Τζ., τον φυσιολογικό αδελφό της.

Δυο μέρες αργότερα, πήγαμε με τον Τζ. και βρήκαμε τον Ρούλη. Τον απειλήσαμε με μια νέα εφεύρεση που είχαμε στην κατοχή μας και η οποία διαπερνά το αλουμινόχαρτο και θα του κάνει το μυαλό ζελέ. Του είπαμε, επίσης, ότι θα ψεκάσουμε όλον τον πλανήτη και θα εξολοθρεύσουμε τα παντός είδους μαμούνια κι οι σαύρες-εξωγήινοι θα πεθάνουν απ’ την πείνα. Όλα αυτά θα μπορούσε να τα αποτρέψει εξαφανιζόμενος από τη ζωή της Μαρίας. Έτσι κι έγινε.

Είναι τρεις μέρες τώρα που έχω την Πανηλίθια στην Επίδαυρο. Κάθεται μελαγχολική στη βεράντα φορώντας το αλουμινένιο καπελάκι της (που ζεματάει κάτω απ’ τον ήλιο) και χαζεύει τα μαμούνια να έρπουν και τα έντομα να πετούν. Πού και πού κάνει μπλιπ μπλιπ και μου σπάει τα νεύρα. Χθες βράδυ δεν κρατήθηκα. «Ρε συ, Μαρία», της λέω, «δε σε ρώτησα ποτέ: το Ρούλης βγαίνει από το Σαυρούλης»;

Το σκίτσο είναι από ΕΔΩ.

Advertisements