ΑΙΔΩΣ, ΞΑΝΘΙΕ!

10151861_10152623844248447_8756647619302735911_nΓιώργο Νάστο, αγαπητέ συνάδελφε (κατά μία έννοια, τουλάχιστον, εκείνης του γραφιά), προσφιλή φίλε στο facebook (και φίλε φίλων πολλών), καλό μου παιδί (είσαι, σχεδόν, συνομήλικος με τις κόρες μου και μου δικαιολογείται η προσφώνηση), δια της παρούσης έρχομαι να εκφράσω τη δυσαρέσκειά μου για το δημοσίευμα, που φέρει την υπογραφή σου, στο ΒΗΜΑgazino της 27ης Ιουλίου με τίτλο «ΑΙΔΩΣ ΑΡΓΕΙΟΙ».

Ξεκινώ λέγοντάς σου πως κανέναν «δεσμό αίματος» δεν έχω με την Αρχαία Επίδαυρο, δεν κατάγομαι από εκεί, δεν εργάζομαι εκεί, δεν έχω περιουσία ούτε επιχειρηματικά συμφέροντα εκεί. Ζω, όμως, σχεδόν δέκα χρόνια εκεί, τα τελευταία τρία μόνιμα, και ξοδεύω τα χρήματά μου εκεί. Αυτά στα λέω για να συνειδητοποιήσεις ότι δεν έχω κανένα συμφέρον για όσα σου γράψω παρακάτω.

Αν το σχόλιό σου είχε γίνει για ένα ή δύο ή τρία καταστήματα του χωριού, δεν θα είχα ΚΑΝΕΝΑΝ ενδοιασμό να βάλω και τ’ όνομά μου δίπλα στο δικό σου. Πράγματι, υπάρχουν στην Αρχαία Επίδαυρο ταβέρνες και εστιατόρια που σερβίρουν «φαγητά μαγειρεμένα στα μέσα της εβδομάδας για να καταναλωθούν το σαββατοκύριακο με ένα απλό ζέσταμα». Με μια διαφορά: ΔΕΝ είναι όλα (ή, έστω, τα περισσότερα), είναι ελάχιστα, ένα ή δύο, όπως συμβαίνει παντού, σε όλα τα πλάτη και τα μήκη της γης. Δέκα χρόνια τρώω στις ταβέρνες και στα εστιατόρια του χωριού (και σε διαβεβαιώ, είμαι πολύ απαιτητική και μίζερη), μόνο σε ΕΝΑ μου συνέβη αυτό που περιγράφεις και, φυσικά, δεν ξαναπάτησα. Στη «Βυθισμένη Πολιτεία» του Διπλαράκου, στο «Καλογερικό» του Τσόλη, στη «Μουριά» του Γκίκα, στο «Ακρογιάλι» του Λαλιώτη, στο «Μουράγιο» του Χρόνη, στο κουτούκι της Βασιλικής, στην ταβέρνα του Μπόλμπου αλλά και σε άλλα μαγαζιά της Αρχαίας Επιδαύρου, το φαγητό είναι εξαιρετικό, αλλού φθηνότερο κι αλλού ακριβότερο –όπως συμβαίνει παντού- πάντα όμως υψηλού επιπέδου και σε λογική αντιστοιχία ποιότητας/τιμής.

Σε ενόχλησε η αισθητική των καφετεριών που είναι «ταιριαστές μόνο σε κωμόπολη στη μέση του πουθενά κι όχι σε έναν προορισμό υψηλού πολιτιστικού ενδιαφέροντος». Μήπως υπερβάλλεις, λίγο; Αυτό που εμένα ενοχλεί στις καφετέριες ΟΛΗΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ είναι ότι πληρώνω τον καπουτσίνο μου 3,50 ευρώ, ενώ σε όλη την υπόλοιπη Ευρώπη 2.

Γράφεις πως «ούτε ένα μπαρ με συμπαθητική μουσική και αξιοπρεπή διακόσμηση δεν υπάρχει ως εναλλακτική επιλογή για όποιον δεν θέλει να πάει στη ντίσκο ΚΑΠΑΚΙ». Και σε ερωτώ: το «ΠΛΑΖΑ» και το «ΚΟΙΛΟΝ» στο λιμάνι, καθώς και το «HELLAS» στο Γιαλάσι τι είναι; Αξιοπρεπέστατη διακόσμηση έχουν και τα τρία, καθαρά ποτά, λογικές τιμές. Όσο για το τι συνιστά «συμπαθητική μουσική» για τον καθένα, αντιλαμβάνεσαι ότι είναι θέμα προσωπικού γούστου και μόνο. Και αντιλαμβάνεσαι επίσης (ή τουλάχιστον θα ΕΠΡΕΠΕ να αντιλαβάνεσαι) ότι ένα μαγαζί «μονοθεματικό» στο είδος της μουσικής που «παίζει» δεν επιβιώνει παρά μόνο στις μεγάλες πόλεις, κι εκεί με δυσκολία. Προσωπικά θα γούσταρα ένα μπαράκι με ροκιές του παρελθόντος μου, αλλά δεν μπορώ να το απαιτήσω γιατί δεν δύναμαι να το συντηρήσω.

Για τα ξενοδοχεία δεν έχω άποψη, καθώς ποτέ δεν έμεινα σε κάποιο από αυτά. Κρίνοντας, όμως, από την παντελή έλλειψη αντικειμενικότητας στα υπόλοιπα που γράφεις –και γνωρίζω- δεν μπορώ παρά να θεωρήσω πως η εμπάθειά σου (αλήθεια, γιατί τόση;) σε οδήγησε να υπερβάλεις σε όσα γράφεις και γι’ αυτά. Και πάλι τονίζω πως δεν εθελοτυφλώ και σίγουρα υπάρχουν καταλύματα που είναι κατώτερα των προσδοκιών του οποιουδήποτε, όμως οι γενικεύσεις, εκτός από άδικες, είναι κι επικίνδυνες. Φαντάσου εμένα να ισχυριστώ πώς ΟΛΟΙ οι δημοσιογράφοι είναι αλήτες και ρουφιάνοι! Μπορώ εύκολα να σου κατονομάσω κάμποσους που θεωρώ τέτοιους, αλλά εξίσου εύκολα και κάποιους άλλους που δεν. Όλους τους φίλους μου δημοσιογράφους, ας πούμε!

Ευφυολογείς (ή νομίζεις…) μιλώντας «για ανθρώπους που πιθανότατα δεν έχουν επισκεφθεί ποτέ το Αρχαίο Θέατρο». Δεν θα διαφωνήσω, αλλά και δεν θα συμφωνήσω. Αυτό ισχύει στον βαθμό που ισχύει το ότι όλοι οι Αθηναίοι δεν έχουν επισκεφθεί την Ακρόπολη, όλοι οι βορειοελλαδίτες την Πέλλα και ούτω καθεξής. Εξυπνάδα φτηνή και cliché του χειρίστου είδους.

Αναρωτιέσαι –και ρωτάς τους αναγνώστες σου- «όσοι πηγαίνετε στην Επίδαυρο, θυμάστε να σας έχει ρωτήσει ποτέ κανείς, σερβιτόρος ή ιδιοκτήτης ξενοδοχείου, αν σας άρεσε η παράσταση;». Θα απαντήσω ευθαρσώς: «ΝΑΙ».[Ανοίγω αγκύλη: δεν ξέρω πόσα χρόνια έρχεσαι εσύ στην Επίδαυρο, όχι πολλά υποθέτω, εγώ ήρθα πρώτη φορά στα πέντε μου (ναι, κοιμήθηκα κατά τη διάρκεια της παράστασης πάνω στο εδώλιο) και συνεχίζω αδιάλειπτα μέχρι τα σημερινά 53 μου (ομολογώντας, παράλληλα, ότι σε κάποιες παραστάσεις κόντεψα να ξανακοιμηθώ…). Κλείνω αγκύλη]. Μάλιστα, με κάποιους από αυτούς, που συστηματικά προσπαθούν να παρακολουθούν τις γενικές της Πέμπτης, ανταλλάσσουμε απόψεις και κρίσεις. Δυστυχώς, τις κανονικές παραστάσεις δεν μπορούν να τις παρακολουθήσουν, γιατί δουλεύουν για να συνεχίσουμε εμείς την διασκέδασή μας, επιστρέφοντας από το θέατρο. Και ναι, ανάμεσά τους υπάρχουν –όπως είναι φυσικό- και κάποιοι που θα πήγαιναν στο θέατρο μόνο για να δουν τον Σεφερλή και κάποιοι άλλοι ούτε καν αυτόν, τι να κάνουμε τώρα;

Αν ήθελες να κάνεις υπεύθυνο ρεπορτάζ για την Επίδαυρο ή –έστω- σοβαρό σχόλιο, θα μπορούσες να ασχοληθείς με το τι έχει κάνει ο Δήμος ή η Περιφέρεια για τον τόπο, τους κατοίκους και τους επισκέπτες του. Αλλά εκεί, μάλλον, δεν πλησιάζουμε, κι αν πλησιάσουμε δεν αγγίζουμε, ε;

Εν κατακλείδι, βρήκα το σχόλιό σου εμπαθές, αδικαιολόγητο, ύποπτο και επικίνδυνο. Δεν ξέρω –και δεν μ’ ενδιαφέρει- πώς και αν θα αντιδράσουν οι άμεσα θιγόμενοι από αυτό, θεώρησα όμως υποχρέωσή μου να απαντήσω σε έναν λίβελο που θίγει τον τόπο που επέλεξα να περάσω τα πολλά χρόνια που μου απομένουν και τους ανθρώπους του συλλήβδην, παίζοντας με υπολήψεις, προσπαθώντας να καταστρέψει μικρές, οικογενειακές επιχειρήσεις που δίνουν ψωμί σε ντόπιους και μετανάστες και –μεσούντος του καλοκαιριού, εμμέσως πλην σαφώς- να αποτρέψει ενδεχόμενους τουρίστες από το να τον επισκεφθούν.

Θέλω να πιστεύω ότι, για λόγους δεοντολογίας, θα φροντίσεις να δημοσιευθεί το παρόν στην ίδια θέση που βρισκόταν σήμερα το δικό σου κείμενο.

Με αγάπη μόνο,

Νίνα Κουλετάκη

Advertisements