ΚΑΛΟΓΡΙΕΣ ΜΕ ΜΑΓΙΩ

400nunsΕίμαστε, λέει, στη θάλασσα, στου Γιάννη, παρέα μεγάλη και πίναμε μπύρες μέσα στον καύσωνα και κάναμε βουτιές στα ενδιάμεσα. Και ξαφνικά φτάνουν τρία πούλμαν, σχολείο ήταν, και ξεφορτώνουν παιδιά και καλόγριες στην παραλία. Κι ήταν, λέει, το δικό μου το σχολείο, μικτό πια, και το αναγνώρισα από το τάγμα των καλογριών και τα ράσα τους. Και πήγα, η απόφοιτη, να δώσω γνωριμία και να ρωτήσω για τους παλιούς μου καθηγητές και τις Sœurs.

Kαι πλησίασα τις Sœurs, όλες νεούλες ήταν, κι όμορφες και κάπνιζαν κι έπιναν μπύρες κι αυτές και τις ρώτησα (στα γαλλικά) αν ζούσαν η Sœur Nicole κι η Sœur Agnès  κι η Sœur Alberique κι η πιο αγαπημένη μου απ’ όλες, η Sœur Étienne που, κάθε φορά που διασταυρωνόμαστε στα κοριντόρ, μου τραγουδούσε γελώντας «Caterinette, Caterina» κάνοντας κι ένα-δυο χορευτικά βήματα, ακόμα και τις τελευταίες χρονιές που κυκλοφορούσε με μπαστούνι. Κι ήξερα πως οι περισσότερες από τις Sœurs θα είχαν συναντήσει τον νυμφίο τους, αλλά είχα μια μικρή ελπίδα ν’ ακούσω πως είναι καλά.

Και δυο απ’ τις φρέσκες καλόγριες, που είχαν πετάξει τα ράσα και λιάζονταν με τα μαγιώ, φορώντας –ωστόσο-το κάλυμα της κεφαλής, που η μία ήταν η Στεφανία Γουλιώτη, όπως έπαιζε στο «J.A.C.E.» και η άλλη η Αθηνά Μαξίμου, όπως εμφανιζόταν στο «Αυτή η νύχτα μένει» με πληροφόρησαν ότι όλες οι Sœurs που θυμόμουν είχαν πεθάνει, μαζί τους κι η αγαπημένη μου η Sœur Étienne, μόνο αυτή η σκύλα η Sœur Élisabeth ήταν, ακόμη, ζωντανή και καθόλου δεν είχε γλυκάνει με τα χρόνια, παρέμενε ίδια όπως τη θυμόμουν.

Και μετά με φώναξαν οι φίλοι γιατί χτυπούσε το κινητό μου κι ήταν, λέει, ο γκόμενός μου που τον έλεγαν Γιάμπη (έτσι, όπως το γράφω) και μιλούσε με LOL και WTF και OMG κι είχε κι άλογα κι ήθελε να πάμε μια βόλτα. Πάνω στη φρίκη του Γιάμπη ξύπνησα έντρομη κι ήμουν στον καναπέ, κάτω απ’ το κλιματιστικό.

Σηκώθηκα, ήπια νερό, έβαλα ένα μπωλ με γιαούρτι κι ορκίστηκα να μην ξαναπιώ ούζο στον λίβα.

Advertisements