ΑΝΟΙΞΗ ΑΘΩΑ ΚΙ ΑΝΟΙΞΗ ΣΚΛΗΡΗ

Fabergeeggs7_V_16Feb2012_pr_b_320x480Όταν ήμουν παιδί, η Άνοιξη ήταν η αγαπημένη μου εποχή. Ίσως γιατί ξυπνούσε, γύρω μου, η φύση, ίσως γιατί λιγόστευε ο καιρός που με χώριζε απ’ το καλοκαίρι. Εκεί, κοντά στο Πάσχα, η χαρά θέριευε μέσα μου. Περίμενα με αγωνία να δω τη λαμπάδα και τα δώρα της Νονάς, τα καινούρια παπούτσια –άσπρα πάντα, τουλάχιστον μέχρι την ηλικία που τα διάλεγα μόνη μου- και τα καινούρια ρούχα –καλοκαιρινά οπωσδήποτε, αλλά και μ’ ένα ελαφρύ μπουφανάκι ή ζακετάκι να τα συνοδεύουν. Και το παιχνίδι, γιατί κιμπάρισσα ήταν η Νονά και καταλάβαινε πως τα παιδιά μόνο από παιχνίδια συγκινούνται.

Και περίμενα και τις πασχαλιάτικες σχολικές διακοπές, για να δω στην τηλεόραση τα πάθη κι εκείνη την παλιά ταινία που, κάθε μα κάθε Πάσχα έπαιζαν τα δύο μοναδικά κανάλια και που μ’ έκανε να πλαντάζω στο κλάμα, το Marcelino Pan y Vino.

marcelino_pan_vino_efespfive397905-361423.jpg_1306973099Και περίμενα την Μεγάλη Πέμπτη, να βάψει η γιαγιά τ’ αυγά και να μ’ αφήσει να διαλέξω τα πιο ανθεκτικά, κατά τη γνώμη μου, ώστε να κατατροπώνω τους πάντες στο τσούγκρισμα. Τα αυγά της γιαγιάς ήταν πάντα και μόνο κόκκινα, χωρίς χαλκομανίες επάνω: τις θεωρούσε δείγμα κακού γούστου και «δευτεράντζες». Και περίμενα την Μεγάλη Παρασκευή να δω τον Επιτάφιο να περνά κάτω απ’ το σπίτι μας στολισμένος (νωρίτερα η γιαγιά με είχε πάει, κρυφά, να κοινωνήσω και να περάσω από κάτω του, χωρίς να πάρουν είδηση «οι άθεοι που είχα για γονείς») και να χαζέψω τις μυροφόρες, ντυμένες στα λευκά και με τα μαλλιά ξέπλεκα, να τον ραίνουν με τα ροδοπέταλα που κουβαλούσαν στα καλαθάκια τους. «Όταν μεγαλώσω θα γίνω Μυροφόρα» ήταν η εκφρασμένη φιλοδοξία μου. Μα πιο πολύ περίμενα το βράδυ της ανάστασης, γιατί θα ξενυχτούσα μαζί με τους μεγάλους και πολύ σπουδαίο πράγμα μου φαινόταν αυτό! Βέβαια, στο σπίτι νήστευε μόνο η γιαγιά κι εγώ ήμουν ταϊσμένη πολύ πριν την ανάσταση. Όμως περίμενα το τσούγκρισμα και το φάγωμα του πρώτου αυγού.

Και την άλλη μέρα Πάσχα και το κατσικάκι στο φούρνο. Γκάγκαροι αθηναίοι, πάππου προς πάππο, δεν κατέχαμε από σούβλες και αρνιά-Διάκους. Θυμάμαι, όμως, τον γείτονα δίπλα στο σπίτι μου, εκεί που τώρα είναι το βενζινάδικο της BP, να μεγαλώνει ένα κατσικάκι πριν το Πάσχα, το οποίο επισκεπτόμουν σε καθημερινή βάση για να το αγκαλιάσω, να το φιλήσω και να παίξω μαζί του. Και που το Μεγάλο Σάββατο το είδα σφαγμένο και κρεμασμένο ανάποδα σ’ ένα δέντρο του κήπου. Τότε, για πρώτη φορά, υποψιάστηκα πως η Άνοιξη μπορεί να είναι και σκληρή.

0073 001Μετά μεγάλωσα. Η υποψία έγινε βεβαιότητα. Για κάποιο μυστήριο λόγο, εξαιτίας κάποιων καταραμένων συμπτώσεων ήταν πάντα Άνοιξη, λίγο πριν το Πάσχα, λίγο μετά, που δέχτηκα τις απώλειες: της Χαράς, της Γιαγιάς, του Μάνου, του Μπαμπά… Και η Άνοιξη έγινε αφόρητη.

Και ήταν ένα ανοιξιάτικο πρωί που ήρθε ο πόνος στο στήθος, οξύς και δυνατός, και μ’ έντυσαν οι κόρες μου μ’ εκείνα τα παρδαλά ρούχα, ό,τι βρήκαν μπροστά τους: ένα κόκκινο παντελόνι, ένα μωβ πουλόβερ, μια πορτοκαλί ζακέτα, μωβ παπούτσια και κασκόλ και με πήγαν στο νοσοκομείο να μου φτιάξουν την καρδούλα. Λίγο πριν το Πάσχα. Και λίγο μετά.

nina1Μέχρι που γνώρισα τον Τάκη και άρχισε πάλι η Άνοιξη να ξαναβρίσκει τις μυρωδιές και τα χρώματα κι άρχισα κι εγώ να τα βλέπω. Γιατί έτσι είναι οι έρωτες: σε κάνουν να βρίσκεις έξι Άνοιξες, ακόμα και μέσα στα καταχείμωνα.

Και μετά ήρθε η έβδομη, πιο σκληρή από ποτέ. Και πήρα τις κόρες μου κι έφυγα για χώρα βόρεια, που Πάσχα Ελλήνων δε νογάνε κι η Άνοιξη είναι σπάνια. Γιατί, σκέφτηκα πως, αν δεν μπορείς να τη δεις και να τη νοιώσεις, η Άνοιξη δεν μπορεί να σε πληγώσει. Και την ξεγέλασα. Και με ξεγέλασα. Για λίγο.

Και τώρα; Αυτή την Άνοιξη; Τώρα μηδενίσαμε κοντέρ και πάμε, άλλη μια, από την αρχή: για να ξαναγίνει η Άνοιξη η αγαπημένη μου εποχή. Για να ξαναγίνω παιδί. Για να βρω ένα αγόρι, να γίνουμε φίλοι, να του χαρίζω αυτοκινητάκια, να μου φέρνει πραγματάκια απ’ τα ταξίδια του, να του λέω ιστορίες και να κολυμπάμε στη θάλασσα: πότε σαν καβουράκια στο βυθό και πότε σαν αφρόψαρα στο κύμα.

Το κολύμπι είναι αυτό που έχει σημασία.

02.27.01.2014

 

Advertisements