ΣΤΟΝ ΚΑΤΑΨΥΚΤΗ ΤΟΥ ΧΑΝΣΕΛ ΚΑΙ ΤΗΣ ΓΚΡΕΤΕΛ

1897961_467077393420149_4483235422211875658_nΕίναι μερικοί άνθρωποι που γράφουν μέσα σου, ασχέτως της σχέσης σου μαζί τους. Κάποιοι μπορεί ν’ ανήκουν στην οικογένειά σου, άλλοι να είναι φίλοι σου, με μερικούς μπορεί να μην έχετε μοιραστεί καν ένα μπουκάλι κρασί. Κι όμως, τους νοιώθεις δικούς.

Για έναν από αυτούς τους τελευταίους θα σας μιλήσω σήμερα. Τον γνώρισα το μακρινό 2006, στο αχανές διαδίκτυο. Τότε, μαζί με έναν άλλον, βρισκόταν στην πόλη και πιο μετά έκαναν ένα σύντομο πέρασμα από τα χαρακώματα. Κατέληξε εδώ, έχοντας περάσει από εκεί.

Συστηθήκαμε διστακτικά και κόσμια, μέσω κοινών γνωστών. Αρχικά, το βλέμμα του ήταν εκατομμύρια πίξελς, με μπέρδευε. Όσο περνούσε ο καιρός αρχίσαμε να μιλάμε, να μοιραζόμαστε πράγματα.

Ανταλλάξαμε χιλιάδες λέξεις. Μου είχε εμπιστευθεί, από τότε ήδη, τους εφιάλτες του που τελείωναν σε –ίδι. Έβλεπα τα κείμενά του πριν από τους πολλούς. Γράψαμε και κάτι αράδες μαζί: για βιβλία, για εγκλήματα, για ένα μπλουζάκι με στάμπα τον Τσε. Του είπα για τον άντρα που με έκανε Φοντάνα ντι Τρέβι κι εκείνος για το ριγέ θηλυκό με το οποίο μοιραζόταν τη ζωή του. Αμφότεροι μέλη της Ολομέλειας του Βουν(τ)ού, μαζί με κάτι άλλους πεφωτισμένους, κυνηγήσαμε σμιλόδοντες στον Όλυμπο και θυσιάσαμε παρθένες με κόκκινα βρακιά.

Την πρώτη φορά που είδα το βλέμμα του, ήταν μέσα από έναν καθρέφτη ξενοδοχείου, κάπου στη βόρεια Ευρώπη. Την δεύτερη λιαζόταν στον πέτρινο καναπέ του Πάρκου Güell, στη Βαρκελώνη. Απλά επιβεβαιώθηκε ότι με είχε και θα με είχε για πάντα.

Όλα αυτά τα χρόνια μάζευα τις λέξεις του, τις έβαζα σ’ ένα παλιό έπιπλο κρυμμένο μέσα στον υπολογιστή μου: ένα του συρτάρι γεμάτο γυναίκες, άλλο τσιγάρα, ένα τρίτο κρασιά. Κι οι εποχές: άνοιξες και καλοκαίρια και χειμώνες. Και φτηνόπωρα, κυρίως. Και μουσικές, πολλές μουσικές.

Όλα αυτά τα χρόνια ήθελα να γράψει κάτι παραπάνω. Και του το έλεγα. Και βαριόταν. Ή δεν προλάβαινε. Αν η κρίση είναι η αιτία που –τελικά- έγραψε, την προσκυνώ.

Μετά το Πάσχα, λέει, θα έχουμε το βιβλίο του. Δε με νοιάζει τι θα γράφει, αρκεί που θα γράφει. Ξέρω πως θα είναι εθιστικό, όπως όλα του τα κείμενα. Ξέρω πως θα μου αρέσει, όπως όλα του τα κείμενα. Ξέρω πως θα το διαβάσω πάνω από μία φορά, όπως όλα του τα κείμενα.

Ξέρω πως το περιμένω σαν τρελή.

Όπως όλα του τα κείμενα.

Κ.Κ. Μοίρη, Στον καταψύκτη του Χάνσελ και της Γκρέτελ (και άλλες τρομαχτικές ιστορίες), Εκδόσεις bibliothèque – 2014

Advertisements