ΜΙΑ ΒΡΑΔΙΑ ΣΤΟΥΣ”ΑΓΙΟΙ ΘΕΟΔΩΡΟΙ”. ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΟΣ ΤΙΤΛΟΣ: Η ΝΥΧΤΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΥ, ΔΕ ΣΗΚΟΥΕΛ

glentiΕδώ, στην αγνή ελληνική ύπαιθρο, όπου ζω μόνιμα τα τελευταία δυόμιση χρόνια, ο χρόνος κυλά αργά και η ζωή προχωρά χωρίς εξάρσεις.  Πάρτε εμένα, για παράδειγμα.  Αν ήμουν χριστιανή, θα περνούσα τις μέρες και τις νύχτες μου με νηστεία και προσευχή.  Ως «αναρχοκουμμουνίστρια» όμως, όπως –ενδεχομένως- με χαρακτηρίζουν κάποιοι από τους συγχωριανούς μου, δεν κατέχω από δαύτα.  Έτσι, σκόπευα να περνώ τις δικές μου μέρες και νύχτες με περισσυλλογή, ανάγνωση και γράψιμο.  Για κάμποσους μήνες το κατάφερα.  Μέχρι που γνώρισα «αυτούς».  Θα σας πω παρακάτω ποιους εννοώ.

Κάποιοι ίσως να φαντάζονται ότι στας εξοχάς –και δη και κατά τους θερινούς μήνες-  περνάμε τα βράδυα μας (όχι όλα, ας πούμε τα έξι από τα επτά της εβδομάδος) με τσιγάρα, ποτά και ξενύχτια.  Ένα έχω να είπω: έχουν απόλυτο δίκηο.  Μην φανταστείτε ότι η κρίση δεν μας έχει αγγίξει κι ότι τα ευρά μας τρέχουν απ’ τα μπατζάκια, οπότε είμαστε κάθε βράδυ στα «πολιτιστικά κέντρα» όπως έλεγε ο συγχωρεμένος ο μπαρμπα-Βαγγέλης ο Πασόκος.  Ουδόλως.  Αλλά «αυτοί» (είπαμε, θα σας μιλήσω παρακάτω για δαύτους) είναι πολυτάλαντοι και ευφάνταστοι.  Τους αρκούν ελάχιστα για να μετατρέψουν τη νύχτα σε μέρα και μια φιλική συνάθροιση σε χολυγουντιανή εξτραβαγκάνζα.

«Αυτοί» (λυσσάξατε πλέον, είπαμε, θα πούμε παρακάτω για το ποιόν τους) τραγουδούν, παίζουν μουσική, έχουν διαολεμένο χιούμορ, σαρκάζουν και –πρωτίστως- αυτοσαρκάζονται, δημιουργούν, είναι ακόμα στην παραγωγή ή απολαμβάνουν τους κόπους μιας ζωής μέσα σ’ αυτήν, έχουν παιδιά, σκυλιά και γατιά,  έχουν ανοιχτά μυαλά ώστε να φυσά ο αγέρας μέσα τους και να μην πιάνουν σκόνες.  Και, ξέρετε, ένα από τα προβλήματα της ζωής στην εξοχή είναι η σκόνη που σηκώνεται απ’ τους χωματόδρομους και τα χωράφια και κάθεται παντού: σε αυτοκίνητα, έπιπλα και μυαλά.  Κυρίως σε μυαλά.

Μπορεί, που λέτε, να ζω στην επαρχία πλέον, αλλά οι δεσμοί με τους φίλους της Αθήνας παραμένουν ισχυροί.  Έρχονται αυτοί εδώ, πάω εγώ εκεί κ.λ.π.  Για τους φίλους από την Αθήνα και το ποιόν τους δε χρειάζεται να σας μιλήσω, το έχω κάνει κατ’ επανάλειψη στο παρελθόν.  Για όσους δεν γνωρίζουν ένα θα πω μόνο: δείτε εμένα και βγάλτε συμπέρασμα…  Η σημερινή ανάρτηση δεν αφορά στους φίλους της Αθήνας.  Αφορά σ’ «αυτούς», τους εδώ, τους αυτόχθονες ιθαγενείς.

Τώρα εσείς, αυτό το «αυτόχθονες» μην το πάρετε και τοις μετρητοίς.  Φερμένοι απ’ αλλού είναι, σχεδόν όλοι, σαν εμένα ένα πράμα.  Κρατείστε το «ιθαγενείς» για την ώρα, μια και όλοι επιλέξαμε να ζούμε σ’ αυτόν τον όμορφο τόπο.  «Αυτοί», λοιπόν, ή –τουλάχιστον- ο βασικός τους πυρήνας, καθώς κατά καιρούς πλαισιώνονται και από άλλους, είναι η Τραγουδίστρια του Ιονέσκο, η Δασκάλα με τα Ξανθά Μαλλιά, ο καζαντζακικός Καπετάν Μιχάλης κι ο Οραματιστής. Ε, ναι, κι εγώ. Ξέρω, περιμένατε ονόματα, διευθύνσεις και φωτογραφίες αλλά αφενός ονόματα δε λέμε, υπολήψεις δε θίγουμε κι αφετέρου εγώ δεν είμαι ρουφιανάκι.  Αρκεστείτε, λοιπόν, σε ό,τι σας δίνω.

Τις τελευταίες ημέρες η Τραγουδίστρια κι ο Οραματιστής φιλοξενούν μια φίλη τους, κανονική τραγουδίστρια, με άδεια εργασίας, πώς το λένε.  Είπαμε, λοιπόν, να της δείξουμε την υγιεινή ζωή που κάνουμε στην ύπαιθρο και το καταφέραμε με μεγάλη επιτυχία.  Την τελευταία εβδομάδα δεν πέφτουμε για ύπνο πριν τις 5, έχοντας πιει προηγουμένως τον Βόσπορο κι έχοντας καπνίσει τρεις φυτείες του αμερικανικού Νότου.  Για το τι έχουμε φάει δεν θα μιλήσω.  Δεν θα σας τα πω κι όλα!  Άντε, καλά.  Ας σας δώσω ένα μικρό hint: το γουρούνι στην Αργολίδα ανήκει, πλέον, στα προστατευόμενα είδη και ο νοών νοήτω…

Σήμερα, λοιπόν, θα σας μιλήσω για την επική χθεσινή βραδυά.  Χθες, που λέτε, η τραγουδίστρια (όχι του Ιονέσκο, η φιλοξενούμενη φίλη), είχε μιαν υποχρέωση στους Αγίους Θεοδώρους.  «Να πάμε κι εμείς», είπαν «αυτοί».  «Μπα, μην έρθετε, δεν αξίζει τον κόπο, χάρη κάνω σ’ έναν φίλο, λούμπεν κατάσταση, παρακμιακή», είπε η καλλιτέχνις.  «Τώρα είναι που θα έρθουμε ΟΠΩΣΔΗΠΟΤΕ» απάντησαν «αυτοί».  Και πήγαμε.

Η πραγματικότητα ξεπέρασε την όποια μας υπόθεση για το σκηνικό.  Αναψυκτήριο, από εκείνα τα παλιά, τα επαρχιακά, προσαρμοσμένο στις απαιτήσεις του σύγχρονου παραθεριστή των Αγίων Θεοδώρων: μπαρ με τα πάντα όλα, από mojitos μέχρι σουβλάκια (ωμά, κατά προτίμηση), μπύρες τόσο ζεστές, όσο τα μικρά πιροσκί που τις συνόδευαν, γέροι και παιδάκια σε αφθονία, ολούθε.  Κι εμείς, πρώτο τραπέζι πίστα.  Δεύτερο τραπέζι, για κακή μου τύχη, κάθεται παλιά, σιχαμένη συνάδελφος.  Χαιρετηθήκαμε δια χειραψίας.  Μετά, σκούπισα το χέρι μου πάνω στην Τραγουδίστρια του Ιονέσκο.

Στην αρχή κοιταχτήκαμε με απόγνωση, σκεπτόμενοι «τι στον μπούτσο ήρθαμε να κάνουμε εδώ πέρα» και αντιμετωπίζοντας το βλέμμα της τραγουδίστριας-φίλης, στο οποίο διαβαζόταν ευκρινώς ένα «σας τάλεγα εγώ, μην διανοηθείτε να μου ζητήσετε τα ρέστα τώρα».  Σημειωτέον ότι η τραγουδίστρια-φίλη, όλες τις προηγούμενες ημέρες που εμείς είχαμε αποφασίσει να στερέψουμε τον Βόσπορο, έτσι για να τη σπάσουμε στην γείτονα χώρα, έπινε μόνο εμφιαλωμένο νεράκι, χαμομήλι (ναι, όπως το ακούτε, ζήτησε χαμομήλι σε μπαρ, μας ξέσκισε το ίματζ μας στο συγκεκριμένο μαγαζί…) και γάλα.  Φρέσκο γάλα.  Ε, χθες το βράδυ, από την αγωνία της για το αν θα περάσουμε καλά, ήπιε την Κασπία (είπαμε, τον Βόσπορο τον είχαμε πιει τις προηγούμενες ημέρες).

Εμείς τώρα, μετά από μια πρόχειρη, έκτακτη γενική συνέλευση που κάναμε επιτόπου, αποφασίσαμε να προσαρμοστούμε και να περάσουμε καλά, γιατί όλοι ξέρουμε τι έπαθαν οι δεινόσαυροι που δεν προσαρμόστηκαν στις κλιματολογικές αλλαγές: εξαφανίστηκαν.  Καθήσαμε, λοιπόν, ήσυχα-ήσυχα στις καρεκλίτσες μας και περιμέναμε ν’ αρχίσει το πρόγραμμα.  Εγώ είχα ήδη βγάλει το moleskine για να σημειώνω τους στίχους από τα παντελώς άγνωστα σκυλάδικα που ήμουν σίγουρη πως θα ακούγαμε, οι άλλοι να πνίγουν τον πόνο τους στη χλιαρή μπύρα.

Το τι επακολούθησε, αν και εξαιρετική συγγραφεύς, δεν δύναμαι να σας το περιγράψω, αφενός γιατί δεν υπάρχουν λόγια κι αφετέρου γιατί, οσονούπω, πρέπει να συναντήσω «αυτούς» στην παραλία, προκειμένου να γίνει ο απολογισμός της χθεσινής βραδιάς, η εξαγωγή συμπερασμάτων και ο προγραμματισμός των προσεχών ημερών.  Θα προσπαθήσω, ωστόσο, να σας βάλω λίγο στο κλίμα, δίνοντάς σας τα highlights του σουαρέ.

*Κατ’ αρχήν ο βασικός καλλιτέχνης και διοργανωτής: ετών 70φεύγα, χοροδιδάσκαλος latin και λάτρης του είδους, με φωνή καμπάνα παρά την ηλικία του, ζωηρός και ακμαίος, τραγούδησε την άμμο της θάλασσας: λαϊκά, ρεμπέτικα, έντεχνα, λάτιν.  Τα πάντα όλα, πλην δημοτικών.  Και όλα γνωστά.  Κανένα –ή σχεδόν κανένα- σκυλάδικο.  Εμένα μου αφιέρωσε τα άπαντα του Διονυσίου. Μιλάμε για επίπεδο, έτσι;

*Η ορχήστρα: στην αρχή ήταν μια απλή ορχήστρα.  Μετά πήραμε τα όργανα εμείς, ο Οραματιστής συγκεκριμένα, κι έγινε ορχηστράρα.  Σε κάποια φάση ανέβηκε πάνω κι ένας παππούς μ’ ένα τρομπόνι.  Κόλαση!

*Το κοινό: Από τρίχρονα (νωρίς) μέχρι παππούδια με καθετήρες, μαυρισμένες παραθερίστριες, κυρίους με παντόφλες και ανώτατα στελέχη του Υπουργείου Δικαιοσύνης (πριν προστεθούν σ’ αυτό η Διαφάνεια και τα Ανθρώπινα Δικαιώματα) που χόρεψαν ζεμπεκιά «Το κελί 33».  Αν αυτό δεν είναι cult, τότε αγνοώ την έννοια της λέξης.

*Lucio Dalla και Γονίδης σε συσκευασία του ενός.  Στο «μη ρωτάς το γιατί η αγάπη αυτή έχει τώρα τελειώσει, η αγάπη η τόση», άναψα τον αναπτήρα μου και τον ύψωσα στην έναστρη βραδυά.  Μέθεξη!

*«Αυτοί» δεν πήραν μόνο τα όργανα.  Πήραν και τα μικρόφωνα, η Τραγουδίστρια του Ιονέσκο συγκεκριμένα.  Σεισμός.  Δεν περιγράφω άλλο.

*Όλο αυτό το διάστημα, που η Τραγουδίστρια του Ιονέσκο παρέα με την τραγουδίστρια-φίλη κι ο Οραματιστής με την ορχήστρα ζωγραφίζουν, η Δασκάλα με τα Χρυσά Μαλλιά κι εγώ κρατάμε πιστά τους ρόλους μας ως go-go girls του πενήντα κι εντεύθεν, πότε σταυροπόδι στις καρέκλες χτυπώντας παλαμάκια στους καλλιτέχνες και πότε ως σεληνιαζόμενες σκυλούδες να δείχνουμε με τον δείχτη τον ουρανό και τον θεό πίσω του, κρατάμε το ίσο και τα μπόσικα.  Ο Καπετάν Μιχάλης, αντιθέτως, ως άγγλος ευγενής, κάθεται βυθισμένος σε μια πολυθρόνα σκηνοθέτη (να θυμηθώ να τον ρωτήσω αν την είχε φέρει απ’ το σπίτι του, γιατί σε ολόκληρο το χώρο δεν υπήρχε δεύτερη) και πετάει –κατά διαστήματα- θανατερές ατάκες.

*Το πρόγραμμα, υποτίθεται, ότι θα τελείωνε γύρω στα μεσάνυχτα κι ότι θάχαμε χρόνο να πιούμε κι ένα ποτάκι στο χωριό μας, μετά την επιστροφή.  Με το ζόρι το τελειώσαμε (ναι, εμείς το τελειώσαμε, τελευταίοι φύγαμε, εμείς κάναμε πρόγραμμα αφού, στο τσακ γλιτώσαμε το σκούπισμα) γύρω στις 3.30.  Εννοείται πως στην επιστροφή, σταματήσαμε σ΄ένα χωριό, που βρήκαμε ένα «βρόμικο» ανοιχτό, να φάμε το κατιτίς μας.  Και, ναι, δεν πέσαμε στα κρεβάτια μας πριν από τις 5.  Πάλι.

Από όλες τις απόψεις ήταν μια βραδιά σταθμός, μια βραδιά ορόσημο, μια βραδιά στην οποία θα αναφερόμαστε συχνά τις κρύες νύχτες του χειμώνα μπροστά στο τζάκι, μια βραδιά που απέδειξε πανηγυρικά πως είμαστε παντός καιρού, εδάφους-αέρος, του Μεγάρου και του Αναψυκτηρίου, του Θεάτρου της Επιδαύρου και της πανηγυριώτικης τέντας, πως άμα η παρέα είναι καλή, η καρδιά ανοιχτή και η απόφαση να περάσεις καλά συνειδητή, δεν κωλώνεις πουθενά και δε σε σταματά τίποτα.

Και εις άλλα με υγεία, σύντροφοι κι οι Άγιοι Θεόδωροι βοήθειά μας!

Advertisements