Ο γυάλινος κόσμος

a7760Ναι, μαντίλια πολύχρωμα φανερώνω απ’ τις τσέπες μου και τραπουλόχαρτα απ’ τα μανίκια μου.  Όμως δεν είμαι ταχυδακτυλουργός, κάθε άλλο.  Αυτός δίνει ψευδαισθήσεις πού’χουν την όψη της αλήθειας.  Εγώ δίνω αλήθεια με την ωραία μάσκα της ψευδαίσθησης.

Και για ν’ αρχίσω, γυρνάω πίσω.  Στα ’30, σε κείνη την παράξενη εποχή, όπου η τεράστια μεσαία τάξη της Αμερικής είχε γραφτεί σ’ ένα σχολείο τυφλών.  Τα μάτια τους δε βλέπαν πια, ή είχανε χάσει τα μάτια τους, κι έτσι έπρεπε να ψάχνουν ψηλαφώντας με τα δάχτυλα στο πύρινο αλφάβητο μιας ξεχαρβαλωμένης οικονομίας.

Στην Ισπανία, η επανάσταση.  Εδώ, φωνές μονάχα και θολούρα.

Στην Ισπανία, η Γκουέρνικα.  Εδώ, εργατικά κινήματα, άγρια πότε πότε, σε πολιτείες συνήθως τόσο ειρηνικές, όπως το Σικάγο, το Κλίβελαντ, το Σεντ Λούις…

Αυτό είναι το κοινωνικό πλαίσιο του έργου.

Μια αναπόληση είναι το έργο.

Κάτι σαν έργο αναπόλησης, φωτίζεται θαμπά, είναι αισθηματικό, δεν είναι ρεαλιστικό.

Στην αναπόληση, το καθετί γίνεται μουσική.  Γι’ αυτό κι ο ήχος του βιολιού στις κουίντες…

Είμαι ο αφηγητής του έργου, αλλά κι έν’ απ’ τα πρόσωπά του.  Τ’ άλλα πρόσωπα είναι η Μητέρα μου, η Αμάντα – η αδερφή μου, η Λάουρα – κι ένας Καλεσμένος, που παρουσιάζεται στις τελικές σκηνές.  Είναι το πιο πραγματικό πρόσωπο του έργου, σταλμένος από τον κόσμο της πραγματικότητας, που εμείς τον έχουμε κάπως ξαστοχήσει.

Αλλά, μια κι έχω την αδυναμία κάθε ποιητή για τα σύμβολα, θα δώσω και σ’ αυτό το πρόσωπο μορφή συμβόλου: είν’ εκείνο που όλο προσμένουμε και ποτέ δεν έρχεται, και που ωστόσο μας κρατάει στη ζωή…

Υπάρχει κι ένα πέμπτο πρόσωπο στο έργο, που δεν παρουσιάζεται παρά μονάχα σ’ αυτή τη φωτογραφία, πάνω από το τζάκι.

Είν’ ο Πατέρας μας, που μας παράτησε – πάει καιρός τώρα.

Ήταν τηλεφωνητής κι ερωτεύτηκε τις μακρινές αποστάσεις.  Άφησε την τηλεφωνική εταιρεία όπου δούλευε, και πέταξε σαν πούπουλο απ’ την πόλη…

Τελευταία φορά μάθαμε γι’ αυτόν από μια κάρτα, που μας έστειλε απ’ το Μαζάλταν, κάπου εκεί στην ακτή του Ειρηνικού, στο Μεξικό, μ’ ένα μήνυμα, δυο λέξεις: «Έχετε γεια!», χωρίς διεύθυνση.

Νομίζω το υπόλοιπο έργο θα εξηγηθεί μόνο του…

Tennessee Williams, “The Glass Menagerie”

Μετάφραση: Νίκος Σπάνιας – Εκδόσεις Δωδώνη

Θέατρο Τέχνης, Νοέμβριος 1946

Σκηνοθεσία: Κάρολος Κουν

Σκηνογραφία: Γιάννης Στεφανέλλης

Μουσική: Μάνος Χατζιδάκης

Το απόσπασμα είναι από την Πρώτη Σκηνή, μιλάει ο Τομ.

Διατηρήθηκε η σύνταξη, η στίξη και η απόδοση των τοπονυμίων στα ελληνικά του μεταφραστή.

Advertisements