ΔΥΟ ΑΝΤΡΕΣ ΣΤΗΝ ΑΡΛ

Paul & Vincent

H Ρασέλ αναδεύτηκε στο κρεβάτι. Μέσα στον ύπνο της άκουγε φωνές και χρειάστηκε αρκετά δευτερόλεπτα για να συνειδητοποιήσει πως δεν ονειρευόταν. Ο Βενσάν διαπληκτιζόταν, πάλι, με τον Πωλ.

-Μα δεν καταλαβαίνεις; Ο καλλιτέχνης έχει ανάγκη το μοντέλο του, πώς αλλιώς θα αποτυπώσει στον καμβά κάτι αν δεν το βλέπει; Κι όταν λέω μοντέλο δεν εννοώ, απαραίτητα, πρόσωπο. Οτιδήποτε κι αν ζωγραφίσεις, πρέπει να το βλέπεις. Πώς θα ζωγραφίσεις τη νύχτα, αν δεν την δεις; Πώς θα φτιάξεις ανθρώπους να τρώνε, αν δεν τους στήσεις γύρω από ένα τραπέζι;

-Βενσάν, φίλε μου, κι η φαντασία του καλλιτέχνη; Η έμπνευση του δημιουργού; Δεν χρειάζεται να βλέπω κάτι την ίδια στιγμή που το ζωγραφίζω, το έχω δει σε άλλη στιγμή, το κουβαλάω μέσα μου, το ανασύρω από την μνήμη μου. Κι αν δεν το έχω δει, μπορώ να το φανταστώ. Τι στο καλό, καλλιτέχνης είμαι!

“Το κίτρινο σπίτι”, πίνακας του Vincent Van Gogh

Ο διαπληκτισμός συνεχιζόταν όλο και πιο έντονος. Η Ρασέλ σηκώθηκε, πέρασε πάνω στο γυμνό κορμί της το φόρεμά της, τυλίχτηκε σφιχτά με το σάλι της -ο Δεκέμβρης ήταν τσουχτερός στην Αρλ- και βγήκε από το Κίτρινο Σπίτι, αφήνοντας τους δυο άντρες μονάχους. Όταν η πόρτα έκλεισε πίσω της, ο Πωλ στράφηκε στον Βενσάν.

-Ειλικρινά, δεν καταλαβαίνω τι βρίσκεις σ’ αυτήν την πουτάνα των 40 δεκάρων…

-Την πολύτιμη συντροφιά της, Πωλ. Την πολύτιμη συντροφιά της. Ακόμα κι η συντροφιά μιας πουτάνας των 40 δεκάρων, όπως λες, είναι κατά πολύ προτιμότερη απ’ τη μοναξιά. Η Ρασέλ -και τα κορίτσια του μπουρδέλου της Οδού στην Άκρη της Αρλ- είναι η μόνη μου παρηγοριά, η μόνη μου ευκαιρία να συναναστρέφομαι ανθρώπους. Τους άλλους δεν τους αντέχω. Εσένα δεν σε αντέχω.

-Τον εαυτό σου δεν αντέχεις, τις εμμονές σου αναφορικά με το τι είναι τέχνη και πώς πρέπει να εκφράζεται. Με κουβάλησες εδώ με υποσχέσεις για τη δημιουργία του λίκνου των καλλιτεχνών και το μόνο που έγινε, αυτές τις εννιά βδομάδες που σαπίζω εδώ πέρα, είναι να σε βλέπω να ζωγραφίζεις αυτές τις δυο καρέκλες. Για όνομα του Θεού, Βενσάν, πόσες φορές πρέπει να τις κοιτάξεις; Δυο γαμημένες καρέκλες είναι!

“Η καρέκλα του Βενσάν” και “Η πολυθρόνα του Γκωγκέν”, δύο πίνακες του Vincent Van Gogh

Έξαλλος ο Βενσάν άρπαξε το ξυράφι του από το λαβομάνο κι οπλισμένος μ’ αυτό χύμηξε στον Πωλ. “Σκάσε! Σκάσε! Μιλάς εσύ, που βλέπεις χρώματα εκεί που δεν υπάρχουν, που φτιάχνεις χρώματα που δεν υπάρχουν! Σκάσε!” Έντρομος, εκείνος, άνοιξε την πόρτα και ξεχύθηκε στον έρημο δρόμο, τρέχοντας αλαφιασμένος. Ο Βενσάν, τρελαμένος από τύψεις για την επίθεση στον φίλο του, έκοψε με μια κίνηση τον λοβό του αριστερού του αυτιού.

<Μιλάει η Ρασέλ>

Μου έδωσε κάτι, τυλιγμένο σ’ ένα κομμάτι χαρτί, και μου είπε να το φυλάξω προσεκτικά. Στην αρχή δεν κατάλαβα τι ήταν. Ένα μικρό κομμάτι κρέας. Μέχρι που είδα τα αίματα να τρέχουν στο αριστερό του μάγουλο. Είχε αφήσει στα χέρια μου ένα κομμάτι απ’ το αυτί του. Είπε ότι το έκανε μόνος του. Ποτέ δεν τον πίστεψα. Ήμουν απ’ την αρχή σίγουρη πως υπεύθυνος ήταν εκείνος ο αντιπαθητικός ζωγράφος που, τους τελευταίους δυο μήνες έμενε μαζί του.

Τι άνθρωπος! Ο Βενσάν τον αγαπούσε, εξάλλου ο ίδιος τον είχε προσκαλέσει, είχε εκείνη την τρελή ιδέα να μαζέψει στην Αρλ ένα σωρό καλλιτέχνες. Κι εκείνος ανταποκρίθηκε στην πρόσκληση, κουβαλώντας στα μπαγκάζια του την αλλαζονεία, την ειρωνία και την συγκατάβαση. Ποτέ δεν αναγνώρισε τον Βενσάν σαν ισάξιό του κι ας ήξερε πόσο απεγνωσμένα το επιζητούσε, ο καημένος μου. Πάντα μιλούσε απαξιωτικά για την συνήθεια του δικού μου να χρησιμοποιεί μοντέλα, έλεγε πως ο αληθινός καλιτέχνης δεν τα χρειάζεται. Τον πρόσβαλε, τον εξωθούσε στα άκρα.

Το αυτί δεν το έκοψε μόνος του, στο σπίτι του, όπως μου είπε. Του το έκοψε ο άλλος, έξω από το “σπίτι” της Οδού στην Άκρη της Αρλ, τους είδε η Ρενέ από το παράθυρο του πάνω ορόφου. Ο Γάλλος προχωρούσε μπροστά, κουνώντας πέρα-δώθε εκείνο το ηλίθιο ξίφος που πάντα είχε μαζί του και φωνάζοντας πως δεν πήγαινε άλλο και θα έφευγε από την Αρλ. Ο Ολλανδός έτρεχε ξωπίσω του, παρακαλώντας τον να μείνει, υποσχόμενος πως τα πράγματα θα έφταχναν. Σε μια προσπάθεια να τον κάνει να σταθεί και ν’ ακούσει, ο Βενσάν τον άρπαξε απ’ το μανίκι του σακακιού του. Αστραπιαία ο Πωλ γύρισε και τον χτύπησε με το ξίφος του στο πρόσωπο: ο λόβός του αριστεριού αυτιού του Βενσάν έπεσε στο χώμα κι ο Πωλ πέταξε το ξίφος του στα θολά νερά του Ρον.

Μετά όλα έγιναν πολύ γρήγορα. Ο Βενσάν μπήκε στο νοσοκομείο, ο Πωλ έφυγε οριστικά. Τώρα έχουμε ξαναβρεί τους ρυθμούς μας, ο Βενσάν ζωγραφίζει, πάντα σιωπηλός και δυστυχισμένος κι εγώ κοιμάμαι μαζί του για 40 δεκάρες. Είναι φορές που δεν του τις χρεώνω, έτσι, από συμπόνοια.

***

Αν κάποιος θέλει περισσότερες πληροφορίες για τα πρόσωπα αυτής της -φανταστικής- ιστοριούλας, ας δει κι αυτά:

La tristesse durera toujours

Το πήλινο κανάτι. Όπου, με αφορμή ένα έργο του Gaugin, μιλάμε κυρίως για τον Van Gogh.

Advertisements