ΔΥΟ ΜΑΡΙΕΣ

Μεταπολεμικά, στις μεγάλες πόλεις της Ελλάδας και, κυρίως, στην Αθήνα, παρατηρήθηκε μια αθρόα προσέλευση νέων κοριτσιών, προερχόμενων από μικρά και άγονα μέρη της χώρας μας.  Τα κορίτσια αυτά, νεαρότατης ηλικίας, έπιαναν δουλειά σε σπίτια ως εσώκλειστες υπηρέτριες.  Η αμοιβή τους ήταν, συνήθως, στέγαση και σίτηση και ένας μικρός μισθός, ο οποίος δεν καταβαλόταν σε τακτική βάση αλλά «αποταμιευόταν» από τα «αφεντικά» και δινόταν (αν δινόταν…) όταν η κοπέλα έφευγε από το σπίτι.  Στην λαϊκή κουλτούρα, τα μικρά αυτά υπηρετριάκια ονομάζονταν «Μαρίες», προφανώς γιατί την εποχή εκείνη ήταν το πιο κοινό ελληνικό όνομα.

Από την δεκαετία του ’80 και μετά, οι ελληνίδες «Μαρίες» αντικαταστάθηκαν από τις Φιλιπιννέζες.  Κάθε οικογένεια που σέβονταν τον εαυτό της είχε και από μία.   Για μια τέτοια «Μαρία» έγραψε ένα τραγούδι ο πολύ καλός  τραγουδοποιός-δικηγόρος Βασίλης Νικολαΐδης, το 1993.

Με την κατάρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού, ένα νέο σκλαβοπάζαρο ανθίζει στη χώρα μας και όχι μόνο: τα κορίτσια από τις χώρες του πρώην ανατολικού μπλοκ κι αυτή την φορά δεν προορίζονται για υπηρέτριες.  Υπηρεσίες παρέχουν πάλι, όμως άλλου είδους…

Για μια «Μαρία», που γράφει τ’ όνομά της στο κυριλλικό αλφάβητο, τραγούδησαν οι Ενδελέχεια το 2005.

 

Advertisements