ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΩΝ 200 ΔΡΧ.

Κρατώ στα χέρια μου το βιβλίο και το κοιτάζω.  Έχουν ήδη περάσει πάνω από τριάντα χρόνια από τότε που εκδόθηκε και το αγόρασα.  Η τιμή σημειωμένη με μολύβι, στην πρώτη σελίδα: 200.  Δραχμές, φυσικά.   Έχω ιδιαίτερη αδυναμία σ’ αυτά μου τα βιβλία των 50, 100, 150, 200 δραχμών.  Είναι όλα εκείνα που αγόραζα μόνη μου, από το χαρτζιλίκι μου, αυτά που αποτέλεσαν τη βάση της προσωπικής μου βιβλιοθήκης που, ακόμα, δεν έχει ενωθεί με την –εξίσου μεγάλη- των γονιών μου, κάτι που ελπίζω κι εύχομαι ν’ αργήσει να γίνει.

Κρατώ στα χέρια μου το βιβλίο, λοιπόν, και το κοιτάζω.  Όλα του τα ποιήματα είναι μέσα εδώ, αυτά τα ποιήματα τα πικραμένα, αλλά αισιόδοξα στην ουσία τους, αυτά τα ποιήματα που έκανε τους συντρόφους να τον πουν ποιητή της ήττας, να τον «κατηγορήσουν» γιατί απαθανάτισε με τους στίχους του την διάψευση των οραμάτων μας.   Πότε, όμως, ο άνθρωπος τραγουδούσε μόνο τις χαρές του;  Πότε η δημιουργία πήγαζε μόνο από την ευφορία της ψυχής;  Ο πόνος δεν είναι –αν όχι η μεγαλύτερη –μια από τις πιο ισχυρές κινητήριες δυνάμεις στην τέχνη;  Και πού είναι γραμμένο ότι μόνο τη νίκη πρέπει να διασώζουμε, μέσα απ’ την τέχνη;  Την ήττα, νομίζω, έχει νόημα να θυμόμαστε: να μας διδάσκει και να μας πορώνει.

Κρατώ στα χέρια μου το βιβλίο αυτό και το κοιτάζω.  Ογδόντα οκτώ ποιήματά του έχει μέσα, όλα όσα έγραψε από το 1941 μέχρι και το 1971: Εποχές, Εποχές 2, Παρενθέσεις, Εποχές 3, Η Συνέχεια, Η Συνέχεια 2, Η Συνέχεια 3, Ο Στόχος.  Και μετά σιωπή μέχρι το 1983, που καταθέτει το Υστερόγραφό του.  Και μετά σιωπή ξανά, μέχρι το τέλος. Το είχε ξεκαθαρίσει, εξάλλου: «Στο αλλοιωμένο τοπίο της εποχής μας δεν θα ξαναγράψω, γιατί το έργο μου το ολοκλήρωσα. Επιλέγω τη σιωπή». Και ξαναδιαβάζοντας τα ποιήματα του Στόχου, η απόφαση αυτή γίνεται ορατή δια γυμνού οφθαλμού.  Και η σαφής της αιτιολόγηση στο τελευταίο ποίημα, τον Επίλογο, δια πένας «δανεικής» Τίτου Πατρικίου: «κανένας στίχος σήμερα δεν κινητοποιεί τις μάζες, κανένας στίχος σήμερα δεν ανατρέπει καθεστώτα».

Κρατώ στα χέρια μου το βιβλίο, που λες, και το κοιτάζω.  Είναι αστείο, αλλά το έχω διαβάσει τόσες φορές που μπορώ να στο απαγγείλω, σχεδόν ολόκληρο, απέξω.  Ναι, ξέρω τι θα πεις, πως δεν διαβάζω πια ποίηση (εκτός από την δική σου, ποιητή μου).  Σωστά, αλλά ποτέ δεν σταμάτησα να διαβάζω τους «ποιητές μου», αυτούς που η καρδιά μου έχει διαλέξει χρόνια τώρα, δικούς μας και άλλους, αυτούς που η τέχνη τους μίλησε μέσα μου και την άκουσα.  Κι είναι τόσοι, που μου φτάνουν.  Είναι τόσοι που μου προσφέρουν όλη την ποίηση που έχω ανάγκη για να ζω.  Και τούτος εδώ, είναι ένας απ’ αυτούς.

Κρατώ στα χέρια μου το βιβλίο «Τα Ποιήματα, 1941 – 1971» του Μανόλη Αναγνωστάκη, από τις Εκδόσεις ΠΛΕΙΑΣ, στην πρώτη έκδοση που έγινε με χρήματα του εκδότη και όχι του ποιητή. Το κοιτάζω και σκέφτομαι πως αν ζούσε, σήμερα θα έκλεινε τα 87 του χρόνια.

Advertisements