Του Κουτρούλη ο γάμος

Άφησα να περάσουν αρκετές μέρες, πιστοί μου αναγνώστες, να πάω και στην Ικαρία να γαληνέψει η καρδιά μου και να συνέλθω, πριν καταπιαστώ να σας γράψω τα της Ίου.

Παντρευόταν ο Τζ., ξέρετε, ο αδελφός της Ακατονόμαστης, που της έχω αφιερώσει ολόκληρη ενότητα στο τίμιο βλογ μου. Σ’ αυτό το ποστ θα αποδείξουμε περίτρανα ότι δεν είναι μόνο ηλίθια αναφορικά με τις επιλογές συντρόφων, αλλά είναι ηλίθια γενικώς.

Όλα άρχισαν δυο-τρεις μήνες πριν τον γάμο, όταν μου τηλεφώνησε για να μου κοινοποιήσει τον κώδικα ενδύματος.

-Ξέρεις, ο γάμος θα έχει θέμα: λουλούδια παντός είδους. Οπότε πρέπει να ντυθούμε ανάλογα.

-Τι εννοείς; Θα ψάχνω, καλοκαιριάτικα, να βρω στολή να ντυθώ ανεμώνα;

-Μα πόσο χαζή είσαι; Όχι παιδάκι μου, εννοώ ότι πρέπει να φοράμε ρούχο λαχανί και κάτι πολύχρωμο στο κεφάλι. Το λαχανί θα είναι ο μίσχος και το πολύχρωμο το άνθος. Κατάλαβες;

-Εσύ έχεις καταλάβει ότι αν βάλουμε ΕΜΕΙΣ λαχανί φόρεμα θα μοιάζουμε με λάχανο, κυριολεκτικώς και ουχί μεταφορικώς, και καμιά σχέση δεν θα έχουμε με μίσχο;

-Μην είσαι αντιδραστική. Στο κάτω-κάτω πρόκειται για τον Τζ. Κι εσύ λες πως τον λατρεύεις τον Τζ.

Αυτό είναι αλήθεια, όντως τον λατρεύω τον Τζ. Κι αν στο γάμο του θέλει μίσχους, θα έχει μίσχους. Και δύο λάχανα.

Έκανα, λοιπόν, την ανάγκη φιλοτιμία και ξαμολύθηκα στα μαγαζιά να βρω λαχανί φόρεμα, μέσα στο οποίο να χωράω. Δεν βρήκα. Και έραψα. Και βρέθηκα στην δυσάρεστη θέση να εξηγώ στον μοδίστρα ότι “όχι, δεν προτιμώ ένα μαύρο που θα με κόβει, για τον γάμο, θέλω λαχανί”. Και το έραψε η γυναίκα. Και, ναι, ήμουν σαν λάχανο και, μάλιστα, μεγαλωμένο, έτοιμο για μάζεμα. Και για το πολύχρωμο του κεφαλιού, μια φίλη καλλιτέχνις, μου έφτιαξε ένα συγκλονιστικό καπέλο με μπορ και απλικαρισμένα λουλούδια, σε όλα τα χρώματα του ουράνιου τόξου και στα παράγωγά τους. Εξτραβαγκάνζα το συνολάκι, υπερπαραγωγή σας λέω, τύφλα νάχει το Μπόλυγουντ!

Για όλο τον επόμενο μήνα το φορούσα συχνά μέσα στο σπίτι, για εξάσκηση, για να μάθω να συγκρατούμαι και να μην ξεφωνίζω από τρόμο και φρίκη κάθε φορά που έβλεπα την αντανάκλασή μου σε καθρέφτες και τζαμαρίες. Και τα κατάφερα!

Και κύλησαν η μέρες σαν το νερό στ’ αυλάκι (πάντα μου ήθελα να γράψω αυτήν την παρομοίωση…) και έφτασαν οι μέρες κι έφτασα κι εγώ στην Ίο. Με υποδέχτηκε στο λιμάνι η ηλίθια με πατερίτσες.

-Τι έπαθες; αναφώνησα έντρομη.

-Ατύχημα στην πισίνα του ξενοδοχείου. Πήρα φόρα για να πέσω στο νερό με βουτιά, αλλά -κατά λάθος- βούτηξα από τη ρηχή μεριά. Και να σκεφτείς ότι το είχα ελέγξει πρώτα. Περίεργο πράγμα!

-Το περίεργο θα ήταν να βουτούσες από την σωστή. Άντε πάμε.

Και πήγαμε. Και το πρώτο βράδυ περάσαμε εξαιρετικά καλά, με beach party και όλα τα συμπαρομαρτούντα: βουτιές, χορό, σουβλάκια, μπύρες, φωτιές, βεγγαλικά. Μέχρι και μιαν αναπαράσταση γάμου τύπου Las Vegas. Με τη χορωδία και τα όλα του. Υπερθέαμα!

Και το επόμενο πρωί καλά ήταν, με βολτίτσες στη Χώρα και κούρα ομορφιάς για το γάμο. Κι έφτασε η πολυαναμενόμενη ώρα, κι έστειλαν τον έναν από τους κουμπάρους να με πάρει από το ξενοδοχείο μου, φίλος χρόνων κι αυτός. Όταν με αντίκρυσε, αντίκρυσα κι εγώ τον τρόμο στο βλέμμα του. “Μην πεις κουβέντα, δεν φταίω εγώ, το γαμημένο concept του Τζ. για τον γάμο του φταίει”. Δεν είπε κάτι, μόνο με κοίταξε ερωτηματικά. Και κάποια στιγμή, φτάνοντας στην εκκλησία, μου λέει: “Ρε συ, Νινάκι, από τότε που την είδες συγγραφέας, έχεις σαλτάρει, τόχεις καταλάβει;” Δεν πρόκαμα ν’ απαντήσω γιατί είχαμε ήδη φτάσει και αντίκρυζα το πιο ανατριχιαστικό θέαμα του κόσμου τούτου: κανένας μίσχος, ανάμεσα στους προσκεκλημένους, κανένα λάχανο, κανένα μαρούλι. Ούτε καν ένα μπρόκολο! Για να μην αναφερθώ στο γεγονός ότι τα μόνα λουλούδια ήταν στο εμπριμέ ντεσέν των φορεμάτων κάποιων κυριών. ΗΜΟΥΝ Η ΜΟΝΗ ΗΛΙΘΙΑ ΠΟΥ ΗΜΟΥΝ ΝΤΥΜΕΝΗ ΣΑΝ ΗΛΙΘΙΑ!!! Φυσικά, αρνήθηκα να βγω από το αυτοκίνητο, ενώ ήδη κάποιοι, που μας είχαν δει να φτάνουμε, κρυφογελούσαν σχολιάζοντας το λαχανί μπούστο μου που φαινόταν από το παράθυρο και τον ανθόκηπο στο κεφάλι μου.

Η άλλη ηλίθια, η ορίτζιναλ, πλησίασε κουτσαίνοντας, ντυμένη με ένα ωραιότατο μαύρο ανσάμπλ. “Μα τι σκατά φοράς; Πού τα βρήκες;” Και πριν προλάβω να εξαμολύσω όλους τους δαίμονες της κόλασης από το στόμα μου, συνέχισε: “Ωχ, γαμώτο, ξέχασα να στο πω, ε; Το concept μίσχος ματαιώθηκε, απείλησαν όλοι ότι δεν θα ερχόντουσαν αν επέμενε ο Τζ.”.

Για να μην πολυλογώ και σας κουράζω, ο γάμος καθυστέρησε καμιάν ώρα και. Η νύφη έκανε τρεις φορές το γύρο του νησιού, γιατί εγώ με τον κουμπάρο γυρίσαμε πίσω για να ντυθώ σαν άνθρωπος. Και, ως γνωστόν, γάμος χωρίς κουμπάρο δεν γίνεται.

Κι έγινε ο γάμος και ήταν πανέμορφος, το ζευγάρι πανέμορφο, η εκκλησούλα πανέμορφη, οι καλεσμένοι πανέμορφοι, μέχρι και η ηλίθια φίλη μου ήταν πανέμορφη, τουλάχιστον μέχρι τη στιγμή που έχωσε δυο φωσφορίζοντα στυλό στ’ αυτιά της, “χάριν αστεϊσμού” και τρέχαμε, μέσα στα μαύρα μεσάνυχτα, στο Κέντρο Υγείας να της τα ξεσφηνώσουν. Και κουτσή και κουφή. ΕΛΕΟΣ!

Και το πάρτυ που ακολούθησε ήταν εξαιρετικό: υπέροχη μουσική, ατέλειωτος χορός, αστείρευτο κέφι, βεγγαλικά και στρακαστρούκες, γευστικότατα εδέσματα, τέλειος διάκοσμος! Μέχρι και άντρες με τα όλα τους να βουτάνε στην πισίνα είχε!

Ένας από αυτούς, τους βουτηχτάδες, αφού βγήκε και έβγαλε τα βρεγμένα, αλλάζοντάς τα με στεγνά, δήλωσε ότι είχε απωλέσει το εσώρουχό του, το σώβρακο ντε! Ψάξαμε από ‘δω, ψάξαμε από κει, τίποτα! Λες και άνοιξε η γη και το κατάπιε. Μετά από λίγο, παρατήρησα ότι η μπλούζα της ηλίθιας ήταν μούσκεμα, μπροστά. “Τι έχυσες πάνω σου, βλαμμένο;”, τη ρώτησα. “Τίποτα”, απάντησε. Και μετά από ένα λεπτό ρώτησε: “Κρατάς μυστικό;”. Πριν προλάβω να αποκριθώ πως “όχι, και καλά θα κάνει να μην μου πει κουβέντα”, τράβηξε από τον κόρφο της το μουσκεμένο εσώρουχο του παίδαρου.

-Είσαι τρελή; Δώσε στον άνθρωπο το σώβρακό του και το ψάχνει!

-Από και κλείεται! Αν αυτός είναι ο μόνος τρόπος να δω σώβρακο σερνικού στα συρτάρια μου, ας πάει και το παλιάμπελο! Δεν το επιστρέφω!

Όλο το πρωινό της τρίτης μέρας το πέρασε σιδερώνοντας τον θησαυρό της.  Her precious…

Το σκίτσο είναι από ΕΔΩ.

Advertisements