ΣΥΝΑΥΛΙΑ

Ένα από τα πράγματα που έχω νοσταλγήσει πολύ, μα πάρα πολύ, είναι μια συναυλία όπως εκείνες, οι παλιές. Οι πρώτες μετά την πτώση της Χούντας, κι αυτές που ακολούθησαν τα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης, εκείνες που γεμίζαμε τα στάδια Καραϊσκάκη και Παναθηναϊκού, όχι με ιαχές για την ομάδα μας, αλλά με τις φωνές μας στα “τραγούδια της φωτιάς”, ενώνοντάς τις μ’ εκείνες των ερμηνευτών. Εκείνες τις συναυλίες που μαέστροι ήταν οι ίδιοι οι συνθέτες: ο Μίκης, ο Μαρκόπουλος, ο Ξαρχάκος, ο Λεοντής, ο Μικρούτσικος. Και ο Μάνος Λοΐζος, που έφυγε νωρίς.

Εκείνες στις οποίες συμμετείχε ο Νίκος Ξυλούρης, ακμαίος και λαμπερός, πριν την ήττα του στα μαρμαρένια αλώνια. Εκείνες στις οποίες τραγουδούσε με ψυχή ο Γιώργος Νταλάρας, πριν γίνει ο Ακατονόμαστος. Εκείνες που γέμιζε η λυρική φωνή του Τάσου Χαλκιά, η μπάσα του Χαράλαμπου Γαργανουράκη, οι δωρικές του Πέτρου Πανδή και της Μαρίας Φαραντούρη. Εκείνες που η Μαρία Δημητριάδη, πριν γίνει κ. Ανδρέα Μικρούτσικου, μας συνέπαιρνε. Εκείνες που ο Μεράντζας τραγουδούσε τη “Δίκοπη ζωή” κι ανατριχιάζαμε. Και οι αξέχαστες φωνές τόσων, τόσων άλλων.

Κι είμαστε κι εμείς εκεί, τόσο νέοι, τόσο όμορφοι, τόσο παθιασμένοι. Τραγουδούσαμε μαζί τους, ξέραμε όλα τα λόγια απ’ τα τραγούδια, ακόμα τα ξέρουμε, δεν μπορέσαμε ν’ αποστηθίσουμε άλλα, μετά από αυτά. Λες και κλείδωσε η μνήμη, λες και δεν γράφτηκαν μεγάλα τραγούδια από τότε. Μάλλον αυτό συνέβη γιατί τότε, εκτός από τ’ αυτιά και τα λαρύγγια, ήταν ανοιχτές και οι καρδιές. Γιατί, ακόμα, πιστεύαμε πως η Αριστερά θα έκανε την διαφορά, θα άλλαζε τον κόσμο. Τώρα όλα μας κλειστά είναι κι οι φλογίτσες της ελπίδας και της πίστης τρεμοσβήνουν.

Για να θυμηθούν οι παλιοί και να μάθουν οι νέοι, παραθέτω το ντοκυμαντέρ του Νίκου Κούνδουρου “Τα τραγούδια της φωτιάς”, που ψάρεψα στο Google. Είναι παραγωγής 1975 και περιλαμβάνει αποσπάσματα από δύο τέτοιες συναυλίες: μία στο Στάδιο Καραϊσκάκη και μία στο Γήπεδο του Παναθηναϊκού.

Ναι, ήμουν εκεί. Και στις δύο. Δύο από τα χέρια που χειροκροτούν είναι τα δικά μου, μία από τις φωνές που τραγουδούν είναι η δική μου. Κι ήμουν κι εγώ ανάμεσα σ’ αυτούς που -αφελώς- πίστευαν πως η δικτατορία είχε τελειώσει και φώναζαν “ΔΩΣΤΕ ΤΗ ΧΟΥΝΤΑ ΣΤΟ ΛΑΟ”.

Advertisements