ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΚΑΙ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ. ΟΠΟΥ ΑΠΟΔΕΙΚΝΥΟΥΜΕ ΠΑΝΗΓΥΡΙΚΑ ΟΤΙ ΕΝΑΣ ΜΥΘΟΣ ΕΙΝΑΙ ΜΥΘΟΣ.

Περί  τέττιγος ο λόγος.  Αλλέως πως τζίτζικας ο πληβείος, όπως ονομάζεται το είδος που έχουμε εδώ.  Αυτό το έντομο που δίνει ήχο στα καλοκαίρια μας, το soundtrack του θέρους σαν να λέμε.

Είναι φορές, κάποια καλοκαιριάτικα μεσημέρια σ’ εξοχές, σε νοικιασμένα δωμάτια με κουφωτά παράθυρα, μ’ αγάπες δανεικές, νοικιασμένες ή ιδιόκτητες, πάνω σε λευκά, λίγο σκληρά, σεντόνια που τα τζιτζίκια σ’ εκνευρίζουν καθώς παρενοχλούν την ραστώνη σου. Και που θάθελες να μπορούσες νάκανες μια κίνηση, σαν με μαγικό ραβδάκι, να τα σιγάσεις για να μπορέσεις ν’ απολαύσεις τον ύπνο τον μεσημεριάτικο.

Άσε, πια, και τον περίφημο μύθο του Αισώπου, τον πρώτο που μαθαίνουμε από παιδιά, σε σπίτι και σχολείο, εκείνον με τον γλεντοκόπο κι απερίσκεπτο τζίτζικα και το εργατικό και προνοόν μερμήγκι.  Όπου ο τζίτζικας περνά το καλοκαίρι του με γλέντια και χαρές ενώ το μερμήγκι-είλωτας δουλεύει ακατάπαυστα και θησαυρίζει για τον δύσκολο χειμώνα.  Πρόκειται για τον πιο μυθώδη μύθο που υπάρχει!  Και εξηγούμαι πάραυτα.

Τα τζιτζίκια, από τη στιγμή που θα βγουν από το αυγό, έχουν μια ζωή μπροστά τους, μακροβιότερη από πολλών εντόμων.  Μπορεί να ξεπεράσει τα δεκαεπτά χρόνια σε ορισμένα είδη.  Όμως…  το μεγαλύτερο μέρος της, όλο δηλαδή εκτός από δυο-τρεις μήνες, το περνάνε κάτω από τη γη.  Θαμμένα-ζωντανά, σαν τον άτυχο Fortunato (πόσο ειρωνικό αυτό το όνομα…) του Edgar Allan Poe, στην ιστορία του «The cask of Amontillado».

Περνάνε χρόνια, λοιπόν, θαμμένα κοντά στις ρίζες των δέντρων μέχρι που, μια ωραία πρωία, στις αρχές του καλοκαιριού, σκάνε μύτη κι από τα ριζά του δέντρου σκαρφαλώνουν στον κορμό και στα κλαδιά.  Τα λούζει ο ήλιος και τα δροσίζει ο άνεμος κι αυτά, ευγνώμονα που ζουν, αρχίζουν το τραγούδι, πιάνουν να υμνούν το πρώτο και τελευταίο καλοκαίρι της ζωής τους στον «απάνω κόσμο».

Κι αυτό το τραγούδι είναι διαρκές και αδιάκοπο, είναι ο ήχος κάθε καλοκαιρινής μέρας, τόσο που σε κάνει να πιστεύεις πως, αν για κάποιο λόγο εξαφανιστούν τα τζιτζίκια από τη γη, θα χαθούν μαζί τους και τα καλοκαίρια.

Τα τζιτζίκια μου θυμίζουν εκείνους τους, χτυπημένους από βαριές κι ανίατες αρρώστιες, ανθρώπους, που ξέρουν σχεδόν με ακρίβεια πότε θα περάσουν από την μια ζωή στην άλλη.  Και δεν παραιτούνται, ούτε εγκαταλείπουν, μήτε βυθίζονται στην μιζέρια και την αυτολύπηση, αντίθετα πασχίζουν να γευτούν την εναπομείνασα ζωή τους μέχρι το μεδούλι της, να περάσουν χρόνο δημιουργικό με αγαπημένα πρόσωπα, να κάνουν όμορφα πράγματα για τον εαυτό τους και τους άλλους.

Μην τα κυνηγάτε, λοιπόν, τα όμορφα εντομάκια, μην τα πιάνετε για να τα δείξετε στα παιδιά σας, μην τα φυλακίζετε σε χούφτες.  Αφήστε τα εκεί, σε κορμούς και κλαδιά, σε ασβεστωμένους τοίχους και σε πέτρινες μάντρες, να λούζονται στον ήλιο και να μπερδεύουν το φεγγάρι για τέτοιον τις πανσέληνες νύχτες.  Αφήστε τα να τραγουδούν τη ζωή τους μοναδικά, όπως εκείνα ξέρουν, να εκτιμούν τις χαρές της και να τις απολαμβάνουν.  Στο τέλος του καλοκαιριού θα πέσουν νεκρά στο χώμα αλλά, τουλάχιστον, δεν θα έχουν ζήσει άδικα.  Θα έχουν ντύσει με την μουσική τους τις καλοκαιρινές μας αναμνήσεις.

Κι είναι πολύ σπουδαίο πράγμα αυτό.

Advertisements