Το όνειρο

Θα σου πω για το όνειρο που είδα.

Είχα, λέει, με κάποιον απροσδιόριστο τρόπο, γίνει αόρατη.Ίσως να είχα φάει ή πιει κάτι, όπως η Αλίκη, μόνο που αντί να αυξομειώνεται το ύψος μου, εγώ έγινα αόρατη.

Και ήρθα στο σπίτι σου, πάλι με έναν απροσδιόριστο τρόπο.Μπήκα μέσα, σαν κυρία, κάθισα στο σαλόνι σας, δίπλα στο τζάκι, περιπλανήθηκα στα δωμάτια, διόρθωσα εκείνη την κουρτίνα που κρέμεται μήνες τώρα.

Εσύ με έβλεπες, πανικοβλήθηκες, σου εξήγησα πως δεν με έβλεπε κανείς άλλος και να μην ανησυχείς.

Καθίσατε στο τραπέζι για φαγητό, κάθισα δίπλα σου σε μια καρέκλα.Κανείς δεν έδειχνε να με βλέπει, κανείς άλλος εκτός από σένα.Απολάμβανα την κάθε στιγμή, να σε βλέπω να κινείσαι στο χώρο σου, να μιλάς με τους ανθρώπους σου, και να μου ρίχνεις κλεφτές ματιές.

Ξαφνικά, η γυναίκα σου άφησε ένα πιάτο μπροστά μου, με σέρβιρε κανονικά, σαν να ήμουν καλεσμένη στο τραπέζι σας.Πάγωσα, κι εσύ μαζί μου.

«Με βλέπεις;Με ακούς;», της ψιθύρισα.

Με κοίταξε κατάματα. «Ό,τι αγαπάμε ή μισούμε πολύ, καταλαμβάνει ολόκληρο το οπτικό μας πεδίο, δεν μας επιτρέπει να βλέπουμε άλλα πράγματα, είναι διαρκώς μπροστά στα μάτια μας.Φυσικά και σε βλέπω.Σε έχω πολύ μισήσει», μου απάντησε.

Ο μικρός σου γιος έβαλε κρασί στο ποτήρι μου.«Κι εσύ με βλέπεις;», ρώτησα ακόμα πιο έκπληκτη.

«Τα παιδιά βλέπουν ό,τι βλέπουν και οι γονείς τους», αποκρίθηκε. «Ο πατέρας μου σε βλέπει επειδή σ’ αγαπάει, η μάνα μου επειδή σε μισεί.Εγώ σε βλέπω απλά, επειδή σε βλέπουν αυτοί».

Μια πόρτα άνοιξε και μπήκε η αδελφή σου.Μου έδωσε το χέρι της σε χειραψία.«Εσύ, γιατί με βλέπεις;», ρώτησα παραιτημένη.

«Όταν κάτι το βλέπουν όλοι οι υπόλοιποι, ακόμα κι αν δεν το βλέπεις εσύ αρχικά, αποκτά υπόσταση και τότε γίνεται ορατό και στα δικά σου μάτια», είπε.

Εσύ δεν είπες τίποτα.

Και μετά, ξαφνικά, βρέθηκα αλλού.Δεν θυμάμαι αν έφυγα μόνη μου ή με έδιωξες.

Ξύπνησα με ένα παράπονο στα χείλη. Η γυναίκα σου δεν είχε μόνο εσένα που αγαπώ, είχε και την καλύτερη ατάκα στο όνειρο. Δεν είναι δίκαιο, σου λέω, κανείς δεν μπορεί να τα έχει όλα!

Advertisements