Ελεγεία μιας γενιάς

alice_lg.jpg

Είναι φορές που ξυπνάς και δεν ξέρεις πόσων χρονών είσαι. Μιλώ γι αυτά τα πρώτα δευτερόλεπτα που ο Μορφέας ανοίγει την αγκαλιά του για να σ’ αφήσει να βγεις και το όνειρό σου φεύγει τρομαγμένο από τον ήχο του ξυπνητηριού, ενώ εσύ ανοίγεις τα μάτια να δεις την καινούρια μέρα. Αυτά τα πρώτα δευτερόλεπτα, λοιπόν, δεν γνωρίζεις αν ξυπνάς στο παιδικό κρεβάτι του πατρικού σου ή στο σπίτι της ενήλικης ζωής σου.

Αυτές τις πρώτες στιγμές της μέρας, αν κοιταχτείς στον καθρέφτη, βλέπεις τα μάτια ενός παιδιού και το σώμα ενός μεσήλικα, μέσα στο οποίο χτυπά η καρδιά ενός εφήβου. Σε μπερδεύουν οι διαφορετικές σου ηλικίες και πρέπει, στα γρήγορα, να διαλέξεις μια για να πορευτείς στη μέρα. Διαλέγεις –πάντα- αυτή του μεσήλικα, φοράς τα ρούχα του, πας στη δουλειά του.

Και περνούν οι μέρες, με σένα να παραπαίεις ανάμεσα στις ηλικίες σου: να προσπαθείς να κοιτάς τον κόσμο μ’ αυτό το βλέμμα του παιδιού, να θυμάσαι τα χρόνια που πέρασες, μαζί με το σώμα σου, υποθηκεύοντας φόβους, ελπίδες, ανασφάλειες, εγωισμούς και συναισθήματα για ν΄αγοράσεις ένα μπωλάκι αγάπη, να ταΐσεις την έφηβη καρδιά σου.

Και περνούν τα βράδυα μ’ ένα ποτήρι αλκοόλ στο χέρι, να σκέφτεσαι τους άλλους της γενιάς σου, που τόσο αδικημένη τη θεωρείς. Άκαπνοι, σχεδόν, περάσατε το μεγαλύτερο μέρος των νιάτων σας στην ανεκτή επίφαση ελευθερίας της μεταπολίτευσης. Και ριχτήκατε να φάτε τη ζωή, μέχρι τέλους, ο καθένας με άλλο κουτάλι. Ένας έλεγε το κουτάλι του καριέρα, άλλος ουσίες, ένας τρίτος έρωτα. Κι όταν νομίσατε πως φτάσατε κάπου, νάτο αυτό το αυθάδικο παιδί που κοιτάζει μέσα από τα μάτια σας, νάτο εκεί, στον καθρέφτη, να σας βγάζει κοροϊδευτικά τη γλώσσα. Κάθε μέρα που περνάει σας απομακρύνει από το παιδί αυτό που έχετε αφήσει οριστικά πίσω, μα που πάντα σ’ αυτό επιστρέφετε τις ώρες της ανάγκης. Και, πια, μόνο με θύμησες μιλάτε.

Σαν την Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων περιπλανήθηκε η γενιά σου.Γεννήθηκες στα χρόνια τα «αθώα», τα πολυτραγουδισμένα, πρόλαβες τους μεγάλους μας ποιητές ζωντανούς κι έτσι, έμαθες να σέβεσαι και ν’ αγαπάς τα δάκρυά σου, να μη φοβάσαι και να μην ντρέπεσαι να τα δείχνεις.

Και τους μύθους σου, κι αυτούς ζωντανούς τους είδες, με μυρωδιά από αγιόκλημα και γεύση από πατατάκια και ταμ-ταμ, να παίζουν τη Λόλα και τη Στέλλα σε καλοκαιρινά σινεμά, με τα πρόσωπα της Τζένης και της Μελίνας τεράστια και γοητευτικά στην πάνινη οθόνη.

Είδες τη Λαμπέτη και το Χορν να κάνουν μάγια πάνω στη σκηνή και να σε δένουν αιχμάλωτο στα σανίδια της.

Άκουσες ζωντανά τον κ. Μάνο και το Μίκη να παίζουν τις εξαίσιες μουσικές τους σε χώρους μικρούς και σε γήπεδα. Είδες, δηλαδή, τον πολιτισμό να γεννιέται στους φυσικούς του χώρους και όχι στην αποστείρωση του μαιευτηρίου που είναι η τηλεόραση.

Πρόλαβες τα Εξάρχεια στην ακμή τους, τότε που ήταν ακόμα ζωντανά κι όχι πεζόδρομοι για κυρίες, τότε που οι καλοί ξεχώριζαν με μια ματιά από τους κακούς, ο Νικόλας έγραφε μουσικές και η Κατερίνα ποιήματα, πέρασες ατέλειωτα βράδυα στην ταράτσα του Βοξ και στην αυλή του Ριβιέρα, διαμορφώνοντας το προσωπικό σου γούστο στις ταινίες και ξενυχτώντας, μετά, με καφέ και τσιγάρα να συζητάς με την παρέα.

Και υπήρχαν και τα άλλα. Οι ελπίδες σου πως θα άλλαζες, επιτέλους, τον κόσμο, πως η δική σου γενιά θα έκανε την επανάσταση. Βιαζόσουν να μεγαλώσεις για να διαφεντέψεις τη ζωή σου, πίστευες πως η χαρά είναι δικαίωμα του καθενός από εμάς. Έφαγες τα καλύτερά σου χρόνια στα θρανία και στις δουλειές, μεγάλωσες, ωρίμασες, γερνάς. Και τίποτα δεν άλλαξες, όλα έμειναν όπως τα βρήκες. Τα ίδια γραμμάτια ξοφλάς, στα ίδια νοικιασμένα σπίτια μένεις, τα ίδια χάπια καταπίνεις για να κοιμηθείς, «στους ίδιους δρόμους και στες γειτονιές τες ίδιες» περιφέρεσαι, στους ίδιους αφέντες πουλήθηκες, η ίδια τρέλα τρώει το μυαλό σου. Έδωσες το πατρικό αντιπαροχή ή το μετέτρεψες σε εξοχικό, εξοστρακίζοντας τις παιδικές φωνές σου, τη φωνή του πατέρα σου και το γέλιο της μάνας σου από τα δωμάτιά του, όλες τις Κυριακές της παιδικής σου ηλικίας από τη σάλα, κι εκείνο το πρώτο σου μικρό, κόκκινο ποδηλατάκι από τη μπροστινή αυλή. Τώρα στα δωμάτια περιφέρεις τη μοναξιά σου (ναι, το ξέρω πως έχεις οικογένεια…), στη σάλα κυριαρχεί το νέο σου home cinema και η μπροστινή αυλή έγινε πάρκινγκ για το 4Χ4.

Και τώρα, έχοντας κάνει όσα όφειλες, μια βαθειά αυτοκριτική, εκεί, γύρω στα 50 σου και έχοντας κλείσει τον κύκλο, νταντεύοντας γονείς σαν να ήσουν εσύ ο γονιός τους κι εκείνοι τα μικρά παιδιά σου, κάνεις ταμείο. Μέτρα, λοιπόν:

Κατάλαβες, επιτέλους, πως η ζωή δεν έχει «ίσως», μα μόνο «ναι» ή «όχι»;

Κατάλαβες, επιτέλους, πως δεν πρέπει να κρατάς τα απωθημένα σου μέσα σε τούλινα σακουλάκια με λεβάντα, αλλά να κάνεις αυτό που πρέπει; Να τα απωθείς, δηλαδή, πραγματικά, ή να τα ζεις κι όπου σε βγάλει;

Κατάλαβες, επιτέλους, την ευθύνη που έχεις για τον κόσμο όπως είναι σήμερα;

Κατάλαβες, επιτέλους, πως φταις κι εσύ που χάθηκαν οι δυο, πιο όμορφες, από τις τέσσερις εποχές;

Κατάλαβες, επιτέλους, πως όταν κάνεις έναν άνθρωπο κομμάτια, ποτέ, ΠΟΤΕ δεν μπορεί να ξανακολλήσει σωστά;

Κατάλαβες, επιτέλους, πως αξίζει να πεθάνεις για μιαν αγάπη;

Κατάλαβες, επιτέλους, πως είσαι τυχερός που ονειρεύεσαι εφιάλτες, τη στιγμή που άλλοι τους ζουν;

Κατάλαβες, επιτέλους, πως πρέπει να σηκωθείς, ξανά, όρθιος, όπως τότε;

Κατάλαβες, επιτέλους, πως είσαι πολύ μικρός για να πεθάνεις και πολύ μεγάλος για να είσαι αθώος του αίματος;

Κατάλαβες, τέλος, πως πρέπει ν’ αφήσεις αυτό το μικρό παιδί, το πίσω από τα μάτια σου φυλακισμένο, να βγει μπροστά και να κατοικήσει την καρδιά σου;

Ναι. Την ξέρω καλά τη γενιά σου, είναι και δική μου, βλέπεις. Και πιο πολύ απ’ όλα με πληγώνει που χαλάσαμε αυτές τις τέσσερις εποχές, που εξαφανίσαμε τις πιο όμορφες: τις ανθισμένες άνοιξες και τα δροσερά φθινόπωρα. Μας έμειναν μονάχα τα αποπνικτικά καλοκαίρια και οι παγεροί χειμώνες. Φονικά και τα δυο.

Advertisements