Ένα μαίηλ κι ένα τραγούδι


Γύρισε σπίτι της μετά από μια πολύ όμορφη βραδιά με φίλους. Γδύθηκε, έκανε μπάνιο, έβαλε ένα ποτήρι κρύο γάλα και κάθισε στον υπολογιστή να δει τα e-mail της. Και βρήκε αυτό, από έναν φίλο της αγαπημένο, ένα καλό της φίλο που –μάλλον- είχε ακούσει τη φωνή της να «σπάει» μιλώντας για τον «άλλο», είχε δει τα μάτια της να βουρκώνουν για εκείνον που η καρδιά της λαχταρούσε. Της έγραφε:

«Ξέρεις τι θέλω να σου πω τόσο καιρό και δεν στο λέω;
Αξίζεις κάτι καλύτερο από αυτόν ρε γαμώτο. Πολύ καλύτερο.
Πως μου ήρθε τώρα; Ε μου ήρθε.
Δεν γαμηθήκαμε στη ζωή μας για να μας γαμήσει ο κάθε ένας.
Το είπα. Το κράταγα. Το κράταγα. Το είπα.
Φιλιά πολλά.»

Έμεινε να κοιτάζει την οθόνη. Δεν είχε τι να του απαντήσει. Ίσως μόνο αυτό:

«Εγώ, καλέ μου, προχωράω από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, με την καρδιά μπροστάρισσα κι όχι τη λογική. Ναι, βλέπω ότι δεν με βγάζει πουθενά αυτός ο δρόμος, αλλά θα τον περπατήσω μέχρι τέλους. Κι αν καταλήξει σε αδιέξοδο, θα γυρίσω πίσω».

Άναψε τσιγάρο και έφερε στο νου της το μεσημεριανό τηλεφώνημα. Του είχε πει «σ’ αγαπώ πολύ», για πρώτη φορά ευθέως, οριστικά και αμετάκλητα. Ω, ναι, του το είχε γράψει, του το είχε δείξει, το είχε αφήσει να εννοηθεί. Το είχαν καταλάβει όλοι. Και εκείνος. Αλλά σήμερα του το είπε χωρίς γελάκια και καλαμπούρια. Και δεν θα μπορούσε πια να προσποιείται ότι δεν ξέρει. Δεν της απάντησε. Της έκλεισε το τηλέφωνο.

Έσβησε το τσιγάρο της, έβαλε τη λίστα με τα τραγούδια να παίζει στον υπολογιστή, πήρε το βιβλίο της και ξάπλωσε. Η φωνή του Ζιώγαλα πλημμύρισε το δωμάτιο. Πόσο ταιριαστό το τραγούδι αυτό, απόψε! Θα μπορούσε να του το είχε γράψει για να του δείξει πως ένοιωθε εκείνη τη στιγμή.

«Πες μου αν κάτι από δω σ’ έχει πάρει
για να μην περιμένω πια
Εχθρό τον ήλιο
από φίλο έχω κάνει
και, το πλήθος άγρια θάλασσα

Δεν είναι ότι σου τα ‘δωσα όλα,
αυτό δεν είναι που με πονά
είναι η καρδιά μου γεμάτη από δώρα,
πού θα τα δίνω πια?

Πες μου αν φοβήθηκες
τόσο που ανοίχτηκα
κι αν είν’ ο λόγος αυτός
που τώρα σε χάνω,
πόσο λυπήθηκα

Αχ, πώς δεν πρόσεξα,
όταν μου μίλαγες
μου είχες πει για πληγές,
για δύσκολα χρόνια
πόσα μου φύλαγες

Τι να κρατήσω για ποιον και για πότε,
θάνατος είναι το να κρατάς
Μ’ ένα τραγούδι
αργά προχωράω
κι εσύ το δρόμο σου τραβάς

Δεν είναι ότι σου τα ‘δωσα όλα,
αυτό δεν είναι που με πονά
είναι η καρδιά μου γεμάτη από δώρα,
πού θα τα δίνω πια?

Πες μου αν φοβήθηκες…»

Άφησε το βιβλίο της και έσβησε το φως. «Τι χαζός!», σκέφτηκε. «Θα μπορούσε να κοιμάται στην αγκαλιά μου απόψε, αντί μόνος σ’ ένα άδειο σπίτι».

Τα δάκρυά της σκουπίστηκαν στο μαξιλάρι της.

Advertisements