Ο εραστής της πανσελήνου (ή ο πανσεληνιασμένος εραστής)


Η φίλη μου η Μαρία, που όλοι πλέον γνωρίζετε, δεν φημίζεται για τις επιλογές των εραστών της, όπως επίσης όλοι γνωρίζετε. Η αλήθεια είναι πως το γεγονός αυτό έχει αρχίσει να την απογοητεύει λιγάκι, έτσι αποφάσισε, από εδώ και πέρα, να είναι ιδιαίτερα προσεκτική. Δεν κάνει πια βιαστικές κινήσεις, δεν ενθουσιάζεται εύκολα, δεν με τραβολογάει από ‘δω κι από ‘κει για να γνωρίζω τους υποψήφιους «μνηστήρες».

Εδώ και κάποια χρόνια, έχει γνωρίσει το Μιχάλη. Χωρισμένος ο Μιχάλης, εμφανίσιμος, fuckable ακόμα και με τις δικές μου προδιαγραφές, μια χαρά κύριος εν ολίγοις. Χάρηκε η Μαρία, χάρηκα κι εγώ, χαρήκαμε όλοι και ήλπιζα ότι τα μαρτύριά μου πλησίαζαν στο τέλος τους.

Όμως ο Μιχάλης ανήκε προφανώς στην «μάλλον-σε-θέλω-αλλά-δεν-είμαι-και-σίγουρος-πως-θέλω-να-δεσμευτώ» κατηγορία άντρα, οπότε άρχισαν και τα προβληματάκια. Τηλεφωνήματα, υπονοούμενα, έξοδοι με φίλους αλλά επί του πρακτέου ουδέν! Της έλεγα, λοιπόν, να πάψει να ασχολείται μαζί του για να βρει την υγειά της. Δεν ξέρω αν σας το έχω πει, αλλά είμαι εκπληκτική στο να δίνω συμβουλές! Όταν πάω να τις εφαρμόσω σε μένα χαλάει η σούπα. Αλλά δεν είναι αυτό το θέμα μας. Το θέμα μας είναι η Μαρία και ο Μιχάλης.

Τα χρόνια περνούσαν και η κατάσταση μεταξύ τους παρέμενε στο άγριο φλερτ και μέχρι εκεί. Κανένα φιλάκι, κανένα μπαλαμούτιασμα κι έξω απ’ την πόρτα. Άρχισα, πλέον, να τη βρίζω απροκάλυπτα. Και κάποια στιγμή συνειδητοποίησα πως είχε πάψει να μου μιλάει για το Μιχάλη. Και θεώρησα πως το θέμα είχε λήξει, ως ήτο αναμενόμενον.

Αμ δε! Χρειάστηκε μια νύχτα με γεμάτο φεγγάρι για να λάμψει η αλήθεια, μπροστά στα μεγάλα, υπέροχα και κατάπληκτα μάτια μου. Είχαμε πανσέληνο, και η δικιά μου όλο με το κινητό της ασχολιόταν. Κάτι «πάρε με να δω αν δουλεύει», κάτι «στείλε μου μήνυμα να δω αν έρχεται», με υποψίασαν. «Περιμένεις τηλεφώνημα ή μήνυμα από κάποιον?», τη ρώτησα. «Όοοοοχιιιι», μου απάντησε χωρίς να με πείσει. Και ξαφνικά, γκλιν-γκλιν, μήνυμα! Το διαβάζει, χαμογελάει σαν ηλίθια, και απαντά.

«Ποιος ήταν?», ρωτάω.
«Κανείς», μου απαντά.
«Πες ποιος ήταν γιατί σε δέρνω και σου παίρνω το κινητό», συνεχίζω.
«Ο Μιχάλης», παραδέχεται.
«Ποιος Μιχάλης?»
«Ο Μιχάλης, ντε!».
«Ο δεν-σε-πηδάω-που-να-σκάσεις Μιχάλης?»
«Ναι, αυτός».
«Και τι θέλει, χαμένος τόσα χρόνια?»
«Α, δεν είναι χαμένος, επικοινωνούμε με SMS κάθε Πανσέληνο».
«……………………………..»
«Γιατι δε μιλάς?»
«Τι να πω, καλή μου? Και τι λέτε στα SMS?»
«Ερωτόλογα, φυσικά!»
«Φυσικά!!!!! ΤΙ άλλο????»
«Με ειρωνεύεσαι?»
«Όχι βέβαια, αν είναι δυνατόν! Και που είναι τώρα ο Μιχάλης?»
«Στην Αρμενία.»
«ΠΟΥ????»
«ΣΤΗΝ ΑΡΜΕΝΙΑ! Και δεν καταλαβαίνω γιατί πας να το κάνεις θέμα!»
«Κάτσε, πουλάκι μου, δεν πάω να κάνω θέμα τίποτα, να καταλάβω προσπαθώ. Σε ποια Αρμενία? Αυτή που είναι γεμάτη Αρμένιους που τους έσφαξαν οι Τούρκοι?»
«Ναι, αυτή».
«Και τι κάνει εκεί??»
«Εκεί ζει»
«Από πότε? Αυτός ζούσε στο Παγκράτι»
«Από τότε που του είπα ότι πρέπει να δούμε σοβαρά τη σχέση μας»
«Πότε του το είπες αυτό?»
«Εκείνο το βράδυ που χαζεύαμε τα νυφικά στη βιτρίνα της Νταίζη Αντωνοπούλου»
«…………………….»
«Γιατί δε μιλάς πάλι?»
«Σκέφτομαι»
«Τι?»
«Πως θα το πήραν οι αδελφές του. Δύο δεν είχε?»
«Ναι δύο. Τι εννοείς πως θα το πήραν? Πώς να το πάρουν δηλαδή?»
«Ε, μα λίγο τόχεις? Ο Μιχαλάκης να φτιάχνει βαλίτσες εν τω μέσω του σαλώνος και εκείνες να τον ρωτούν «που θα πας Μιχάλη?». Αυτός δε να απαντά με στεντορείαν φωνή, ωσάν σερνική Ειρήνα:

«Στο Ερεβάν, αδελφές μου, στο Ερεβάν!»

Μετά εγώ ξεσκίστηκα να γελάω και η Μαρία έκανε να μου μιλήσει δυο μέρες.

Advertisements