ΝΑ ΣΕ ΛΕΝΕ ΜΑΡΙΑ


Να σε λένε Μαρία. Από πάντα. Και να ’ναι Δεκαπενταύγουστος, ανήμερα της γιορτής σου. Δεν γιόρταζες πάντα Δεκαπενταύγουστο. Θυμάσαι τότε που ήσουν «κορίτσι», ανύπαντρο. Σε γιορτάζανε χειμώνα. Και μετά? Μετά παντρεύτηκες. Η σε πάντρεψαν, δεν έχει σημασία. Μετά μεγάλωσες και γιορτάζεις καλοκαίρι.

Να σε λένε Μαρία. Όχι Μάρω. Ή Μαίρη. Μαρία. Και να οδηγείς στην εθνική, από Σαλονίκη για Πειραιά. Για να πάρεις το καράβι και να πας στο νησί. Να οδηγείς το κίτρινο, τριμμένο ντεσεβώ σου, που τρίζει ολόκληρο σαν ξεπερνάς τα 80. Με ανοιχτή την οροφή και τα μαλλιά στον άνεμο.

Να σε λένε Μαρία και να χαμογελάς. Για όσα άφησες στη Σαλονίκη. Για όσα σε περιμένουν στην Κρήτη. Για όσα…

Να σε λένε Μαρία. Και να παίζεις ξανά και ξανά την ίδια κασέτα, αυτή με τα τραγούδια που αγαπάς, αυτή που γράφεις και ξαναγράφεις με τα χρόνια, με τα τραγούδια και τις μουσικές που κυλάνε, πια, στο αίμα σου, κομμάτι δικό σου.

Να σε λένε Μαρία. Και η βραχνή φωνή του Σαββόπουλου να σου διηγείται το φευγιό των παλιών σας φίλων. Τους άφησες τους φίλους σου στη Σαλονίκη, μαζί με την εκεί ζωή σου.

«…κι έρχεται η στιγμή για ν’ αποφασίσεις
με ποιους θα πας και ποιους θ’ αφήσεις.
Πέρασαν για πάντα οι παλιές ιδέες, οι παλιές αγάπες
οι κραυγές. Γίνανε παιχνίδι στα χέρια των παιδιών…».

Να σε λένε Μαρία. Και να κοιτάς στο καθρεφτάκι του ντεσεβώ το πολλαπλό σου είδωλο. Φοιτητριούλα στην Αθήνα, χρόνια πριν, το έβλεπες στα μάτια του. Και ο Μπακιρτζής, όπως εκείνος τότε, να σου ορκίζεται απ’ τα ηχεία:

«…Μα πού θα πάει ο καιρός
κι οι βουρλισμένοι χρόνοι
θε να ‘ρθει κάποιο σούρουπο
ξανά ν’ ανταμωθούμε…».

Να σε λένε Μαρία. Και σαν τον Λεωνίδα να φυλάς τις Θερμοπύλες. Τις δικές σου. Τις προσωπικές. Τις τελευταίες. Αυτές που κουβαλάς μέσα σου. Εσύ, ο Λεωνίδας. Οι άλλοι, οι Πέρσες. Μα τι δουλειά είχαν οι Πέρσες στις Θερμοπύλες, μου λες? Τινάζεις το κεφάλι να διώξεις τις σκέψεις. Κι ο Γκαϊφύλιας με την Κωχ ενώνουν τις φωνές τους με τη δική σου:

«…μη μου χαλάς αυτή την εκδρομή μου,
μη με γυρίζεις πίσω στα παλιά …»

Να σε λένε Μαρία. Και να ταξιδεύεις ferragosto στην εθνική. Εσύ και κάποιες νταλίκες στο δρόμο. Οι νταλικέρηδες να σου κάνουν σήμα να τους προσπεράσεις, ο δρόμος να είναι ανοιχτός. Μα εσύ να απολαμβάνεις το ταξίδι και τη διαδρομή. Πόσες φορές δεν τόχεις κάνει! Μα σήμερα να σου φαίνεται πιο όμορφο από ποτέ. Επειδή πας σ’ εκείνον. Που σε περιμένει στο νησί. Κι ο Παπάζογλου να τραγουδάει λυπητερά ένα αισιόδοξο τραγούδι, το πιο αγαπημένο σου απ’ όλα:

«…..Σ’ αγαπάω μα δεν έχω μιλιά να στο πω
κι αυτό είναι ένας καημός αβάσταχτος
λιώνω στον πόνο γιατί νιώθω κι εγώ
ο δρόμος που τραβάμε είναι αδιάβατος
κουράγιο θα περάσει θα μου πεις…
…………………………………………
καθώς έσκυβε πάνω μου χιλιάδες φιλιά

διαμάντια που απλόχερα μου χάριζε
θα πάω κι ας μου βγει και σε κακό…»

Να σε λένε Μαρία. Και να ‘χεις ζήσει χρόνια μόνη. Με κόσμο πολύ, αλλά πάντα μόνη. Μόνο μ’ εκείνον είχες συντροφιά. Και θα την ξαναβρείς. Σε περιμένει στο νησί, αύριο χάραμα θα είσαι εκεί. Και τόσα χρόνια μοναξιάς θα χαθούν, σαν τον «κλέφτη» που τον παρασέρνει το ανοιξιάτικο αεράκι. Ακούς το Μάλαμα να τραγουδά και σκέφτεσαι: «Ποτέ πια για μένα!»:

«…Τσιγάρο ατέλειωτο βαρύ η μοναξιά μου
μοιάζει γυναίκα κουρασμένη απ’ το δρόμο
ρίχνει το γέλιο της και κάθεται κοντά μου
κερνάει τα επόμενα και με χτυπάει στον ώμο…»

Να σε λένε Μαρία. Και να μπαίνεις στο καράβι. Ένας όμορφος μελαχρινός να σε καθοδηγεί για τη μανούβρα. «Καλές διακοπές», σου λέει. «Πάω για να μείνω», απαντάς. Κι ο Ρασούλης να υπερθεματίζει στεντόρεια:

«…Μετανάστης στην αγκάλη σου
κι έπεσε πολλή δουλειά
Ξενιτιά είναι το κορμάκι σου
γυρισμό από δω δε βλέπω πια…»

Να σε λένε Μαρία. Να φτάνεις χάραμα στο νησί. Να οδηγείς γελώντας μέχρι το παλιό λιμάνι. «Θα σε περιμένω εκεί» , σου είχε πει. Να βγαίνεις ξυπόλυτη από το αυτοκίνητο και να τρέχεις στην Πύλη της Άμμου. Κουμ Καπί, τη λένε οι ντόπιοι. Και να ρίχνεσαι στα ανοιχτά του χέρια. Και να χάνεσαι στα μάτια του. Και να πνίγεσαι στο φιλί του.

Να σε λένε Μαρία. Και να ‘σαι, πια, ευτυχισμένη!

Υ.Γ. Σαν παιχνίδι φαντασίας, γράφτηκε αυτό το ποστ. Ακούγοντας την «Πύλη της Άμμου» του Λουδοβίκου των Ανωγείων. Τρεις μέρες μετά το φεγγάρι τ’ Αυγούστου.

«Θεσσαλονίκη Αθήνα μέσα στο ντεσεβώ
ο κόσμος ο δικός μου μέσα στο θόρυβο
στην άσφαλτο λακκούβες τρύπες στον ουρανό
και πώς να συμβιβάσω το νου με το κενό

Συνάντησα το Νιόνιο μ’ αρχαίο φορτηγό
όνειρα να φορτώνει από τον Όλυμπο
του Μπακιρτζή τ’ αμόνι άκουσα να χτυπά
της Νίκης τα σπασμένα να φτιάχνει τα φτερά

Φυλάει ο Λεωνίδας μα όλοι προσπερνούν
στην πύλη με την άμμο βιάζονται να βρεθούν
είδα το Γκαϊφύλια σ’ ατέλειωτη εκδρομή
να τρώει το κασέρι με το ξερό ψωμί

Το κόκκινο φουλάρι μ’ ένα μπλουτζίν παλιό
να στέκει με την πλάτη στην εθνική οδό
κι ο ασημένιος άνδρας με τη βαριά φωνή
της μοναξιάς τη δόξα βρίζοντας να υμνεί

Ρασούλης ο ακροβάτης με τη λευκή στολή
έχει στα δυο του χέρια νότο κι ανατολή
φυλάει ο Λεωνίδας μα όλοι προσπερνούν
στην πύλη με την άμμο βιάζονται να βρεθούν»

Advertisements