ΘΕΛΕΤΕ ΣΑΝΤΟΥΪΤΣ, ΦΡΑΟΥ ΕΥΑ?


Τρία χρόνια. Από το 1975 μέχρι το 1978. Τρία χρόνια καθόσουν ακριβώς πίσω μου. Έπρεπε να κάνω στροφή 180 μοιρών για να δω τα μάτια σου, αυτές τις λίμνες που είχες για μάτια δηλαδή. Τρία χρόνια σε άκουγα να μιλάς ψιθυριστά με τη Ρένα κι εγώ να κάνω όσο πιο πίσω μπορούσα για να ακούω τι λέτε και να συμμετέχω στη συζήτηση. Τρία χρόνια μου σκάλιζες με το μολύβι σου τις μπούκλες μου, έκανες τον ταχυδρόμο ανάμεσα στο θρανίο μου και σε εκείνο της Έφης και της Τίνας πίσω σου (διαβάζοντας πάντα τα «γράμματα» και συμπληρώνοντας με σχόλιά σου). Τρία χρόνια τα κέφια των δεσποινίδων των τριών τελευταίων θρανίων της μεσαίας σειράς συμβάδιζαν: αν μία ήταν στις «μαύρες» της, συνέπασχαν όλες, και έκαναν ξόρκια για τον «σκορδόπιστο» που την είχε στενοχωρήσει.

Σε έλεγα Φράου Εύα, θυμάσαι? Επειδή ήσουν ξανθιά και γαλανομάτα. Κνιτάκι εγώ τότε, γραμματέας της οργάνωσης στο σχολείο, σου κολλούσα να παίρνεις «σάντουιτς». Θυμάσαι? Τους ΟΔΗΓΗΤΕΣ, που τους δίπλωνα στα 4 και τους τύλιγα με αλουμινόχαρτο να μοιάζουν με σάντουιτς. Και έπαιρνες, χωρίς να τον διαβάζεις, έπαιρνες για να μη μου χαλάσεις το χατίρι. «Φράου Εύα, έχω ένα ωραιότατο σαντουιτσάκι για σας σήμερα». Και μου έδινες το δίφραγκο.

Η στενότατη παρέα μας τότε, εξαντλούνταν μέσα στην τάξη κυρίως. Θυμάμαι πως είχαμε πάει η μία στο σπίτι της άλλης, σε πάρτυ (έμενες Φάληρο, τότε, σωστά?), θυμάμαι τα καλαμπούρια στις εκδρομές, μα κυρίως θυμάμαι την ώρα του μαθήματος στην τάξη. Εκεί γινόμαστε ένα, τα τρία τελευταία θρανία της μεσαίας σειράς.

Τελειώνοντας το σχολείο χαθήκαμε. Συναντηθήκαμε 10 χρόνια μετά, σ’ εκείνη τη συνεύρεση συμμαθητριών, το 1988. Παντρεμένες αμφότερες, εγώ είχα ήδη τα κορίτσια μου, εσύ δεν είχες ακόμη παιδιά. Είχες όμως το ίδιο φωτεινό, γοητευτικό χαμόγελο.

Σήμερα μίλησα με έναν φίλο στο τηλέφωνο. Σε ανύποπτο χρόνο με ρώτησε αν σε γνωρίζω. Κάτι στον τρόπο και στη χροιά της φωνής του μου προκάλεσε ένα δάγκωμα στην καρδιά, κατάλαβα πως δεν θα άκουγα κάτι καλό. Είχα δίκιο. Ο φίλος αυτός μου ανακοίνωσε πως έφυγες πριν από 9 περίπου χρόνια. Πολύ νωρίς, Εύα, πολύ νωρίς. Πρόλαβες όμως να κάνεις σημαντικά πράγματα: να ερωτευτείς και να σε ερωτευτεί ένας καλός άντρας, να κάνεις δυο όμορφες κόρες που μεγαλώνουν με πολύ αγάπη από τον πατέρα τους. Ήταν μικρούλες όταν έφυγες, σίγουρα όμως σε θυμούνται και τους λείπεις. Και θα τους λείπεις περισσότερο όσο μεγαλώνουν και γίνονται γυναίκες. Έτσι συμβαίνει με τα κορίτσια. Η μία, μαθαίνω, είναι ίδια εσύ. Θα ήθελα να δω τις κόρες σου, Φράου Εύα. Και να τους μιλήσω για τη μάνα τους, όπως τη θυμάμαι, όπως ήταν στην ηλικία τους.

Θα δω τον κοινό μας φίλο μέσα στη βδομάδα. Φαίνεται να σε γνωρίζει καλά. Θα του κουβαλήσω όλα τα θυμητάρια που έχω από σένα: τις κάρτες που γράφαμε, τις φωτογραφίες μας, ό,τι έχω. Δεν θα είναι μνημόσυνο για σένα, Φράου Εύα, θα του μιλήσω για το νεαρό κορίτσι που ήξερα εγώ και θα μου μιλήσει για τη γυναίκα που γνώριζε εκείνος.

Θα ανταμώσουμε, καλή μου, κάποια στιγμή, εκεί ψηλά, σε μια άλλη τάξη. Θα είμαστε πάλι νεαρά κορίτσια, θα παίζεις με τις μπούκλες μου κι εγώ θα κάνω όσο πιο πίσω μπορώ για να ακούω τι λες. Και θα γελάμε, ξανά, μέχρι δακρύων, ο Παπάκης θα μας μαλώνει γλυκά και η Ιουλία από την πρώτη σειρά θα γυρίσει να μας πει:

«Δεν ησυχάζετε εκεί πίσω, το κουμούνι , η γερμανίδα και οι άλλες δυνάμεις? Προσπαθούμε να παρακολουθήσουμε μάθημα, μη χέσω!»

Υ.Γ. Είσαι καλά εκεί, ναι?

Advertisements